Τα χρόνια της ωριμότητας από την Κρατική Ορχήστρα στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών

Μέγαρο Μουσικής Αθηνών
Αίθουσα Χ. Λαμπράκης
Τα χρόνια της ωριμότητας
Δύο κορυφαίες συμφωνικές καταθέσεις του ύστερου γερμανικού Ρομαντισμού. Δύο σολίστ που έχουν πολλά να μοιραστούν: ο πολυβραβευμένος νέος Αρσένης Σελαλμαζίδης στο βιολί και ο διακεκριμένος Αστέριος Πούφτης στο βιολοντσέλο. Μια βραδιά περιπετειώδης αρμονικά, μεστή συναισθηματικά αλλά και πηγαία, ειλικρινής, επίκαιρη ως προς τα οράματα που εκφράζει. Η απαιτητική συναυλία «Τα χρόνια της ωριμότητας» της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών ανοίγει με το δεξιοτεχνικό «Διπλό Κοντσέρτο για βιολί, βιολοντσέλο και ορχήστρα σε λα ελάσσονα, έργο 102», του Γιοχάνες Μπραμς. Συνεχίζει και ολοκληρώνεται με την αριστοτεχνικά δομημένη «Συμφωνία αρ.5 σε φα μείζονα, έργο 76», του Αντονίν Ντβόρζακ. Διευθύνει ο Στέφανος Τσιαλής.

Το σχόλιο των σολίστ:
Αρσένης Σελαλμαζίδης (βιολί): «Το βιολί και το βιολοντσέλο αποτελούν τα ακραία όργανα του κουαρτέτου εγχόρδων γιατί, παρότι ανήκουν στην ίδια «οικογένεια», έχουν μεγάλες διαφορές μεταξύ τους. Όσον αφορά το Κοντσέρτο του Μπραμς, όμως, είναι σαφές ότι ο συνθέτης δεν έχει επιλέξει να τους δώσει έναν μόνο ρόλο, για παράδειγμα τη «γυναίκα» στο βιολί και τον «άνδρα» στο βιολοντσέλο. Υπάρχουν σημεία στα οποία οι ρόλοι αντιστρέφονται, γεγονός που αποτελεί σημαντική τεχνική πρόκληση και για τους δύο ερμηνευτές.»

Αστέριος Πούφτης (βιολοντσέλο): «Η μεγαλύτερη ερμηνευτική πρόκληση για μένα είναι η σύμπνοια με τον βιολονίστα, γιατί ενώ καλούμαι να λειτουργήσω ως σολίστ ταυτόχρονα θα πρέπει να σεβαστώ τον συνοδοιπόρο μου στη σκηνή. Το «Διπλό κοντσέρτο για βιολί, βιολοντσέλο και ορχήστρα» ανήκει στα έργα που η χημεία μεταξύ των μουσικών μπορεί να τα αναδείξει ή να τα κατακρημνίσει.»

Το σχόλιο του μαέστρου:
«Σε αυτή τη συναυλία θα αναμετρηθούμε με έργα δύο, σχεδόν σύγχρονων, συνθετών, τους οποίους συνέδεε βαθιά εκτίμηση και φιλία. Άλλωστε, ο Μπραμς ήταν από τους πρώτους που αναγνώρισε το ανεξάντλητο μελωδικό ταλέντο του Ντβόρζακ και συνετέλεσε στο να γίνει ευρέως γνωστός, συστήνοντάς τον στον εκδότη Σίμροκ. Θέλω να τονίσω, όμως, ότι συχνά τείνουμε να θαυμάζουμε συνθέτες που χτίζουν μεγάλα συμφωνικά έργα, ξεχνώντας ίσως ότι τα απαραίτητα συστατικά είναι ο ρυθμός και η μελωδία. Αυτά καθιστούν τις δύο συνθέσεις σπουδαίες κατά τη γνώμη μου.»

Το πρόγραμμα με μια ματιά

ΓΙΟΧΑΝΕΣ ΜΠΡΑΜΣ (1833–1897)
Διπλό Κοντσέρτο για βιολί, βιολοντσέλο και ορχήστρα σε λα ελάσσονα, έργο 102

ΑΝΤΟΝΙΝ ΝΤΒΟΡΖΑΚ (1841–1904)
Συμφωνία αρ.5 σε φα μείζονα, έργο 76

ΣΟΛΙΣΤ
Αρσένης Σελαλμαζίδης, βιολί
Αστέριος Πούφτης, βιολοντσέλο

ΜΟΥΣΙΚΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ
Στέφανος Τσιαλής

Ώρα: 19:45
Δωρεάν εισαγωγική ομιλία του Χαράλαμπου Γωγιού για τους κατόχους εισιτηρίων.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΕΙΣΙΤΗΡΙΩΝ
Τιμές εισιτηρίων: 25€, 15€, 10€ και 5€ (εκπτωτικό)

Προπώληση από 14 Σεπτεμβρίου 2018

Για την ιστορία…

ΓΙΟΧΑΝΕΣ ΜΠΡΑΜΣ (1833 – 1897)
Διπλό Κοντσέρτο για βιολί, βιολοντσέλο και ορχήστρα σε λα ελάσσονα, έργο 102
Allegro
Andante
Vivace non troppo

Η πρώτη γνωριμία του Μπραμς με τον μεγάλο Γερμανό βιολιστή του 19ου αιώνα Γιόζεφ Γιόαχιμ ανάγεται στο 1853, όταν και οι δύο ήταν νεότατοι. Η σταθερή φιλία τους ήταν καθοριστική για την εξέλιξη του συνθέτη: χάρη στον Γιόαχιμ, ο Μπραμς γνώρισε τον Ρόμπερτ Σούμαν, που έμελλε να γίνει θερμός μέντοράς του, ενώ για τον Γιόαχιμ συνέθεσε υπέροχα έργα για βιολί με κορωνίδα το μεγαλειώδες Κοντσέρτο του 1878. Ωστόσο, η σχέση των δύο ανδρών διαταράχθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1880. Ο Γιόαχιμ κατηγορούσε τότε την σύζυγό του για απιστία, αλλά ο Μπραμς πήρε το μέρος της θεωρώντας πως οι κατηγορίες του φίλου του ήταν αβάσιμες. Για κάποια χρόνια η μεταξύ τους επικοινωνία διεκόπη· όμως το καλοκαίρι του 1887 ο συνθέτης έγραψε μία επιστολή προς τον Γιόαχιμ, ενημερώνοντάς τον πως συνέθετε ένα κοντσέρτο για βιολί και βιολοντσέλο και ζητώντας την συμβουλή του. Ο δεύτερος έδειξε τον αναμενόμενο ενθουσιασμό και έτσι το κονσέρτο αποτέλεσε την αφορμή επανασύνδεσης των δύο.

Ο Γιόαχιμ μαζί με τον τσελίστα Ρόμπερτ Χάουσμαν (αγαπημένο τσελίστα του Μπραμς) ήταν οι σολίστ στην πρώτη επίσημη παρουσίαση του έργου στις 18 Οκτωβρίου 1887 στην Κολωνία υπό την διεύθυνση του συνθέτη. Παραδόξως, παρά τις αναμφισβήτητες αρετές του το έργο αρχικά έγινε δεκτό με επιφυλακτικότητα ακόμα και από πρόσωπα του στενού φιλικού κύκλου του συνθέτη, όπως η Κλάρα Σούμαν, ο κριτικός Έντουαρντ Χάνζλικ ακόμα και ο ίδιος ο Γιόαχιμ. Ωστόσο, σύντομα το κοντσέρτο, που είναι και το τελευταίο συμφωνικό έργο του Μπραμς, καταξιώθηκε στο ρεπερτόριο.

Η αλήθεια είναι πως ο Μπραμς ισορρόπησε με αριστοτεχνικό τρόπο τους διαφορετικούς ως προς το τονικό εύρος, την ένταση και το χρώμα ήχους των δύο σολιστικών οργάνων. Ανάμεσά τους ξετυλίγονται εκπληκτικοί διάλογοι με αμοιβαίες ανταλλαγές φράσεων και με τον ένα να αναπτύσσει θεματικά στοιχεία που παρουσιάζει ο άλλος. Η ορχήστρα, αν και έχει έναν ως επί το πλείστον συνοδευτικό ρόλο, προσφέρει ένα ιδανικό συμφωνικό υπόστρωμα για την εξέλιξη του κοντσέρτου. Όπως και τα άλλα έργα της ωριμότητας του Μπραμς, το Διπλό Κοντσέρτο είναι έργο βαθιά λυρικό, μελωδικό, με αισθησιακή και αρμονική πλοκή· παρά τη λιτότητα και την πυκνότητά του, η μουσική του ουσία χαρακτηρίζεται από ζωντάνια και νεύρο – μία «ηχηρή απάντηση» σε όσους θεωρούν πως η ωριμότητα και η φρεσκάδα δεν μπορούν να συνυπάρχουν.

Το πρώτο μέρος, στιβαρό και μεγαλόπνοο, είναι γραμμένο σε τυπική φόρμα σονάτας-κοντσέρτου. Ωστόσο, στο πλαίσιο μίας μορφολογικής «απόκλισης» με ιδιαίτερη νοηματική βαρύτητα, η είσοδος της ορχήστρας διακόπτεται γρήγορα και τελείως απρόσμενα από το σόλο βιολοντσέλο που εκτυλίσσει έναν μακροσκελή, φορτισμένο μονόλογο. Μετά από σύντομη παρέμβαση των ξύλινων πνευστών, βιολί και βιολοντσέλο αναπτύσσουν έναν δυναμικότατο διάλογο που οδηγεί στην «αναμενόμενη» ορχηστρική εισαγωγή, όπου και εκτίθενται τα δύο κύρια θέματα του μέρους. Επανεμφανιζόμενοι οι δύο σολίστ συμβάλλουν καταλυτικά μέχρι τέλους στην ανάπτυξη του θεματικού υλικού. Κόρνα και ξύλινα πνευστά προετοιμάζουν την είσοδο στο αργό, δεύτερο μέρος των δύο σολιστικών οργάνων. Αυτά παρουσιάζουν (σε ταυτοφωνία) την τρυφερή κύρια μελωδία, η οποία «αμφιταλαντεύεται» ανάμεσα σε ύμνο και νανούρισμα. Το φινάλε είναι ένα νευρώδες και λαϊκότροπα χορευτικό ροντό που έρχεται να διαλύσει την προηγηθείσα μελαγχολία, επικεντρωνόμενο σε χειρονομίες πιο εξωστρεφείς, ενίοτε ανάλαφρες και σαφώς δεξιοτεχνικές για το βιολί και το τσέλο, αν και δεν λείπουν φυσικά στιγμές, όπου η ένταση καταλαγιάζει.

ΑΝΤΟΝΙΝ ΝΤΒΟΡΖΑΚ (1841 – 1904)
Συμφωνία αρ.5 σε φα μείζονα, έργο 76
Allegro ma non troppo
Andante con moto-
Scherzo: Allegro scherzando
Finale: Allegro molto

Το 1875 ο Ντβόρζακ ήταν ακόμα ένας νέος σχετικά συνθέτης, ουσιαστικά άγνωστος εκτός της Πράγας. Ωστόσο, τότε κέρδισε (κατόπιν διαγωνισμού) μία κρατική υποτροφία για νέους, ταλαντούχους συνθέτες της αυστροουγγρικής περιφέρειας, που τον ενίσχυσε οικονομικά και κυρίως ηθικά αλλά και έκανε τη δουλειά του γνωστή στον μετέπειτα φίλο και μέντορά του, Γιοχάνες Μπραμς (που ήταν μέλος της κριτικής επιτροπής). Η χρονιά εκείνη αποδείχτηκε εξαιρετικά γόνιμη για τον Τσέχο συνθέτη, που μεταξύ πολλών άλλων έργων (της όπερας «Βάντα», του Δεύτερου Κουιντέτου εγχόρδων, του Πρώτου Τρίο, του Πρώτου Κουαρτέτου με πιάνο κ.ά.) συνέθεσε την Πέμπτη του Συμφωνία – ένα χρόνο πριν ο Μπραμς ολοκληρώσει τη δική του Πρώτη. Η Πέμπτη γράφτηκε σε εξαιρετικά σύντομο διάστημα λίγων εβδομάδων (από τις 15 Ιουνίου ως τις 23 Ιουλίου), γεγονός που στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν φανερώνει βιασύνη εκ μέρους του συνθέτη αλλά υπερεκχειλίζουσα έμπνευση. Η πρεμιέρα της Συμφωνίας, η οποία αφιερώθηκε στον μεγάλο πιανίστα και αρχιμουσικό της εποχής Χανς φον Μπύλοβ, δόθηκε στην Πράγα στις 25 Μαρτίου 1879 υπό τη διεύθυνση του Άντολφ Τσεχ. Ας υπογραμμίσουμε, πως όσο ήταν στη ζωή ο Ντβόρζακ, ως Πέμπτη φερόταν η Συμφωνία «του Νέου Κόσμου» (σήμερα Ένατη στη σειρά), αφού οι πρώτες τέσσερις συμφωνίες του ήρθαν στο φως χρόνια μετά τον θάνατό του. Επιπλέον, ο αριθμός 76 στον επίσημο κατάλογο των έργων του συνθέτη είναι παραπλανητικός: ο ίδιος ο Ντβόρζακ είχε γράψει στο χειρόγραφο της Πέμπτης ως αριθμό έργου το 24 αλλά ο εκδότης Σίμροκ, όταν εξέδωσε τη Συμφωνία (αρκετά χρόνια μετά τη σύνθεσή της) αποφάσισε αυθαίρετα να της δώσει έναν μεγαλύτερο αριθμό που να παραπέμπει σε «ωριμότερο» (και άρα… εμπορικότερο!) έργο. Η επιλογή του, παρά τις δικαιολογημένες διαμαρτυρίες του Ντβόρζακ, συνοδεύει την Πέμπτη Συμφωνία ως σήμερα.

Η Πέμπτη Συμφωνία, παρόλο που συχνά επισκιάζεται από τις μεταγενέστερες συμφωνίες του συνθέτη της, είναι ένα αριστουργηματικό συμφωνικό έργο. Πιο κοντά αισθητικά στο πνεύμα των συμφωνιών του Φραντς Σούμπερτ, η Πέμπτη απομακρύνεται εμφανώς από την επίδραση που η μουσική του Βάγκνερ είχε ασκήσει στον Ντβόρζακ σε κάποια πρώιμα έργα του, ούσα ένα έργο με μορφολογική διαύγεια, ανεπιτήδευτη απλότητα και γεμάτο φυσική, πηγαία συναισθηματική θέρμη. Επίσης, οι επιρροές από την παραδοσιακή μουσική της Τσεχίας δεν είναι ούτε πολλές ούτε ιδιαίτερα έντονες όσο σε άλλα έργα του συνθέτη. Το πρώτο μέρος δημιουργεί αρχικά μία ατμόσφαιρα «ποιμενική» και εν γένει ειρηνική, αν και η εξέλιξή του πραγματώνεται ως επί το πλείστον με δραματικές μουσικές χειρονομίες, που κορυφώνονται στην ενότητα της επεξεργασίας. Ο μελαγχολικός χαρακτήρας της σλάβικης, παραδοσιακής «ντούμκα» κυριαρχεί στο δεύτερο μέρος, ένα νοσταλγικό ιντερμέτζο, που ανοίγει με μία λυρική μελωδία στα βιολοντσέλα και συνεχίζει κατόπιν με ένα δεύτερο θέμα (σε μείζονα τρόπο) που παρουσιάζεται από όμποε και κλαρινέτα. Μία σύντομη μεταβατική ενότητα οδηγεί χωρίς εμφανή διακοπή στο τρίτο μέρος, ένα έντονα χορευτικό σκέρτσο. Το φινάλε είναι αναμφισβήτητα το πιο περιπετειώδες αρμονικά μέρος της συμφωνίας: η έναρξή του πραγματοποιείται με ένα στιβαρό «ρετσιτατίβο» στα βιολοντσέλα και στην αναπάντεχη τονικότητα της λα ελάσσονας, που διατηρείται επί μακρόν, πριν την απότομη εγκαθίδρυση της κύριας τονικότητας της φα μείζονας. Από εκεί και ύστερα η εκτενής ανάπτυξη του μελωδικότατου θεματικού υλικού πραγματώνεται άλλοτε με δραματικότητα και άλλοτε με συγκινητική ευαισθησία. Η Συμφωνία ολοκληρώνεται μέσα σε ατμόσφαιρα ευφρόσυνη και πανηγυρική.

You may also like...