Ο Σκαλκώτας και οι σύγχρονοι του IV στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών

Ένας κύκλος κλείνει. Τέσσερις συναυλίες γεμάτες μουσικές εμπειρίες από το ιδιότυπο σύμπαν, την εποχή, τις επιρροές του μέγιστου Έλληνα συνθέτη Νίκου Σκαλκώτα. Η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών, στην τελευταία συναυλία Ο Σκαλκώτας και οι σύγχρονοί του αναδεικνύει τη σχέση του εξπρεσιονισμού – όπως αυτός εκφράστηκε στο πεδίο της σύνθεσης από τη Δεύτερη Σχολή της Βιέννης- με τη σπουδαία γερμανική συμφωνική παράδοση. Η βραδιά ανοίγει, με τα εκφραστικά Πέντε κομμάτια για ορχήστρα, παρθενική ατονική δημιουργία για Ορχήστρα του επιδραστικού Άρνολντ Σαίνμπεργκ. Ακολουθεί, το έντονα υμνητικό της ερωτικής ευτυχίας Κομμάτι κοντσέρτου (Konzertstück) για πιάνο και ορχήστρα του εμβληματικού συνθέτη αλλά και δεινού πιανίστα Καρλ Μαρία Φον Βέμπερ, με σολίστ τον διακεκριμένο Νορβηγό Άιναρ Στέεν Νέκλεμπεργκ. Η συναυλία ολοκληρώνεται με την αισιόδοξη Δεύτερη Συμφωνία του Γιοχάνες Μπραμς, σύνθεση φωτεινή και ζεστή που γράφτηκε στο αυστριακό θέρετρο της Καρινθίας. Διευθύνει ο εμβριθής Ισραηλινός αρχιμουσικός Γιόαβ Τάλμι, ο οποίος επιστρέφει στο πόντιουμ της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών.

Το σχόλιο του σολίστ:
«Έχω ερμηνεύσει αρκετές φορές το Κομμάτι Κοντσέρτου για Ορχήστρα του Βέμπερ γιατί με γοητεύει το ότι είναι ένα συμφωνικό έργο, το οποίο όμως θυμίζει και όπερα με μπαλέτο. Αισθάνομαι ενθουσιασμένος για τη συνεργασία μου με την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών και τον μαέστρο Γιόαβ Τάλμι.»

Το σχόλιο του μαέστρου:
«Η πρόκληση αυτού του πολύ ιδιαίτερου προγράμματος δεν είναι μόνο για τον αρχιμουσικό: είναι εξίσου δύσκολο για την Ορχήστρα – καθώς και για το κοινό. Ο Μπραμς και ο Βέμπερ προσφέρουν την ομορφιά, την έλξη και τη δημοφιλία, αλλά ο Άρνολντ Σαίνμπεργκ παραμένει ένα πραγματικό πείραμα για όλους μας. Περισσότερα από 100 χρόνια μετά τη σύνθεση του έργου, η μουσική του Σαίνμπεργκ εξακολουθεί να μην είναι αποδεκτή από το ευρύ κοινό και η περίπλοκη μουσική του γλώσσα παραμένει ξένη ακόμη και για τους περισσότερους επαγγελματίες μουσικούς. Ως εκ τούτου, η πρόκληση είναι πρώτα να αγαπήσει το έργο η Ορχήστρα και μέσω της Ορχήστρας, το ίδιο το κοινό. Αισθάνομαι πολύ άνετα όταν συνεργάζομαι με τους εξαιρετικούς μουσικούς της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών και είμαι πολύ ευγνώμων που η χημεία μεταξύ μας λειτουργεί.»

Το πρόγραμμα με μια ματιά

ΑΡΝΟΛΝΤ ΣΑΙΝΜΠΕΡΓΚ (1874-1951)
Πέντε κομμάτια για ορχήστρα, έργο 16 (εκδοχή του 1949)

ΚΑΡΛ ΜΑΡΙΑ ΦΟΝ ΒΕΜΠΕΡ (1786–1826)
Κομμάτι κοντσέρτου (Konzertstück) για πιάνο και ορχήστρα σε φα ελάσσονα, έργο 79

ΓΙΟΧΑΝΕΣ ΜΠΡΑΜΣ (1833–1897)
Συμφωνία αρ.2 σε ρε μείζονα, έργο 73

ΣΟΛΙΣΤ
Άιναρ Στέεν Νέκλενμπεργκ, πιάνο

ΜΟΥΣΙΚΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ
Γιόαβ Τάλμι

19:45: Eισαγωγική ομιλία του Τίτου Γουβέλη για τους κατόχους εισιτηρίων

Με την ευγενική υποστήριξη της Πρεσβείας του Ισραήλ στην Αθήνα

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΕΙΣΙΤΗΡΙΩΝ

Τιμές εισιτηρίων: 25€, 15€, 10€ και 5€ (εκπτωτικό)
Προπώληση από 14 Σεπτεμβρίου 2018

Για την ιστορία…

ΑΡΝΟΛΝΤ ΣΑΙΝΜΠΕΡΓΚ (1874 – 1951)
Πέντε κομμάτια για ορχήστρα, έργο 16 (εκδοχή του 1949)

Vorgefühle (Προαισθήματα)
Vergangenes (Παρελθόν)
Sommermorgen an einem See – Farben (Καλοκαιρινό πρωινό στη λίμνη – Χρώματα)
Peripetie (Περιπέτεια)
Das obligate Rezitativ (Το υποχρεωτικό ρετσιτατίβο)

Το καλοκαίρι του 1908 η σύζυγος του Άρνολντ Σαίνμπεργκ, Ματίλντε, τον εγκατέλειψε ζώντας τον έρωτά της με τον Αυστριακό ζωγράφο Ρίχαντ Γκερστλ. Τον Οκτώβριο ωστόσο, επέστρεψε στον σύζυγό της και ο εραστής της συντετριμμένος αυτοκτόνησε. Τα δραματικά αυτά γεγονότα συμπίπτουν με μία περίοδο έντονης δημιουργικότητας και πειραματισμού του συνθέτη, ο οποίος προϊόντος του χρόνου εγκατέλειπε όλο και πιο ξεκάθαρα την παραδοσιακή τονικότητα στο πλαίσιο αναζήτησης μεγαλύτερης δραματικότητας, ευαισθησίας και πυκνότητας στη μουσική του. Η νέα αυτή μουσική γλώσσα «χειραφέτησε τη διαφωνία» (αναιρώντας τις συγκεκριμένες ιεραρχήσεις μεταξύ των φθόγγων της παραδοσιακής, τονικής αρμονίας) αποσκοπώντας στο να αποδώσει συναισθήματα με σαρωτική, εξπρεσιονιστική ένταση αλλά και με συγκλονιστική προσήλωση στις πιο λεπτές αποχρώσεις τους. Λίγο αργότερα, ο ίδιος ο Σαίνμπεργκ θα διαμόρφωνε το «δωδεκαφθογγικό» σύστημα, σε μία προσπάθεια δημιουργίας μίας νέας ιεραρχικής τάξης και ορθολογικού χειρισμού του μουσικού υλικού.

Το καλοκαίρι του 1909 ο Σαίνμπεργκ συνέθεσε τα Πέντε κομμάτια για ορχήστρα, που αποτελούν το πρώτο του ατονικό έργο για ορχήστρα. Ο Ρίχαρντ Στράους είχε ζητήσει ένα συμφωνικό έργο στον Σαίνμπεργκ για να το παρουσιάσει στο Βερολίνο αλλά όταν είδε την παρτιτούρα των Πέντε κομματιών αρνήθηκε να τα διευθύνει φοβούμενος τις αντιδράσεις του συντηρητικού βερολινέζικου κοινού. Η πρεμιέρα του έργου δόθηκε στις 3 Σεπτεμβρίου 1912 στο Λονδίνο υπό τη διεύθυνση του Σερ Χένρι Γουντ, προκαλώντας μάλλον αρνητική αίσθηση στο κοινό. Τα κομμάτια αυτά, περισσότερο από κάθε άλλο έργο του συνθέτη, έχουν γίνει αντικείμενο ποικίλων μεταγραφών-μεταμορφώσεων. Ήδη το 1912 ο συνθέτης τα μετέγραψε για δύο πιάνα (οκτώ χέρια), το 1920 για ορχήστρα δωματίου, ενώ το 1949 μείωσε τις τεράστιες ορχηστρικές δυνάμεις της αρχικής εκδοχής, ώστε το έργο να παρουσιάζεται ευκολότερα από τα συνήθη συμφωνικά σύνολα.

Ο Σαίνμπεργκ έδωσε τίτλους (αρκετά αφηρημένους ομολογουμένως) στα κομμάτια, σε μία προσπάθεια να αφήσει ένα στίγμα της ιδιαίτερης ατμόσφαιρας του καθενός. Ο ίδιος έγραψε χαρακτηριστικά πως τα κομμάτια «δεν είναι σε καμία περίπτωση συμφωνικά -τουναντίον- δεν έχουν καμία αρχιτεκτονική, καμία δομή. Είναι απλώς μία φωτεινή, αδιάκοπη εναλλαγή χρωμάτων, ρυθμών και διαθέσεων». Σε αρμονία με τις αρχές του εξπρεσιονισμού κάθε κομμάτι είναι σύντομο και συμπυκνώνοντας τη μέγιστη δυνατή εκφραστικότητα στην ελάχιστη δυνατή χρονική διάρκεια. Μουσικά, η στόχευση σε μία τόσο περιεκτική εκφραστικότητα πραγματώνεται με την απομάκρυνση από τα σύμφωνα διαστήματα, την ακύρωση κάθε τονικού προσανατολισμού και την έμφαση στην αυτοτέλεια των μουσικών «στιγμών», μακριά από τη λογική των αναλογιών ή των επανεμφανίσεων φράσεων. Τα Προαισθήματα βασίζονται πάνω σε σύντομα μοτίβα που εμφανίζονται στα κλαρινέτα και στα βιολοντσέλα, ενώ στην πορεία η δράση εκτυλίσσεται πάνω σε ένα οστινάτο των εγχόρδων. Το Παρελθόν, ανοίγει συμβολικά με μία «παραδοσιακή» συγχορδία ρε ελάσσονας, ενώ η μελωδική γραμμή περνά ομαλά από το ένα όργανο στο άλλο. Το αισθησιακά στατικό τρίτο κομμάτι, βασισμένο σε μία συγχορδία που κινείται διακριτικά, άλλοτε ανοδικά και άλλοτε καθοδικά, αποτυπώνει τα «παιχνίδια» του φωτός πάνω στο νερό, ενώ η άρπα και η τσελέστα με χιούμορ αντιπροσωπεύουν το άλμα ενός ψαριού. Εκρηκτικές αντιθέσεις δεσπόζουν στην Περιπέτεια και περίτεχνη πολυφωνική γραφή στο Υποχρεωτικό ρετσιτατίβο, όπου η διαρκής ρευστότητα των χειρονομιών παραπέμπει στον κυματισμό της ανθρώπινης ομιλίας.
ΚΑΡΛ ΜΑΡΙΑ ΦΟΝ ΒΕΜΠΕΡ (1786 – 1826)
Κομμάτι κοντσέρτου (Konzertstück) για πιάνο και ορχήστρα σε φα ελάσσονα, έργο 79

Ο Βέμπερ σήμερα είναι κατά κύριο λόγο συνδεδεμένος στη συνείδηση του φιλόμουσου κοινού με τον χώρο της όπερας, ως ένας από τους θεμελιωτές της γερμανικής ρομαντικής όπερας. Ωστόσο, στην εποχή του αναγνωρίστηκε ως ένας από τους κορυφαίους βιρτουόζους του πιάνου και συνεισέφερε στο ρεπερτόριο του οργάνου τέσσερις σονάτες, δύο κοντσέρτα (το 1810 και το 1812 αντίστοιχα) και το Κομμάτι κοντσέρτου σε φα ελάσσονα. Το τελευταίο μάλιστα αγαπήθηκε ιδιαίτερα από τον Φέλιξ Μέντελσον αλλά και από τον Φραντς Λιστ, ο οποίος το ερμήνευσε κατ’ επανάληψη, το μετέγραψε για σόλο πιάνο και ακολούθησε την ιδιαίτερη δομή του στα δικά του κοντσέρτα για πιάνο.

Η πρώτη αναφορά στο έργο έγινε σε μία επιστολή του συνθέτη τον Μάρτιο του 1815. Ο ίδιος είχε την αξιοσημείωτη άποψη πως κοντσέρτα σε ελάσσονα τονικότητα δεν μπορούν να λειτουργήσουν με το κοινό χωρίς να συνοδεύονται από μία σαφή, προγραμματική ιδέα· κι έτσι, στην επιστολή εκείνη έκανε λόγο για ένα τριμερές κοντσέρτο που θα αποτύπωνε διαδοχικά τον χωρισμό, τον βαθύ πόνο, την παρηγοριά, την επανένωση και τη χαρά. Τελικά το έργο διαμορφώθηκε μέσα στα επόμενα χρόνια ως ένα ενιαίο έργο με τέσσερα διακριτά όμως τμήματα. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του μαθητή του Βέμπερ, Γιούλιους Μπένεντικτ, ο συνθέτης εκτέλεσε το Κομμάτι κοντσέρτου ενώπιον του ιδίου και της συζύγου του στις 18 Ιουνίου 1821, την ίδια μέρα που δόθηκε η πρεμιέρα της όπερας Ο Ελεύθερος Σκοπευτής στο Βερολίνο και λίγες μόλις μέρες πριν την επίσημη πρεμιέρα, που έδωσε ο ίδιος ο Βέμπερ στις 25 Ιουνίου. Πάντα σύμφωνα με αυτή τη μαρτυρία, ο Βέμπερ περιέγραψε το περιεχόμενο του έργου ως εξής: μία δέσποινα κάθεται στον πύργο της και σκέφτεται τον ιππότη-άντρα της που λείπει χρόνια στις σταυροφορίες χωρίς να έχει δώσει σημεία ζωής (Larghetto, ma non troppo). Ένα μακάβριο όραμα έρχεται στη σκέψη της, ότι τάχα ο ιππότης της είναι νεκρός στο πεδίο της μάχης, και ψυχικά καταρρέει (Allegro passionato). Εκείνη τη στιγμή όμως διακρίνει από μακριά μία πομπή ιπποτών, που τους ζητωκραυγάζει το πλήθος. Ανάμεσά τους διακρίνει τον αγαπημένο της και τρέχει να πέσει στην αγκαλιά του (Tempo di Marcia). Ο Έρωτας θριαμβεύει και η ευτυχία δεν γνωρίζει τέλος (Presto assai).

Αν και το ανωτέρω πρόγραμμα ουδέποτε καταγράφτηκε από τον ίδιο τον Βέμπερ, ταιριάζει ωστόσο απόλυτα στην εξέλιξη και τον χαρακτήρα της μουσικής του έργου. Ο συνθέτης, ως δεινός πιανίστας που συνδύαζε (κατά τον Μπένεντικτ) μεγάλη δύναμη αλλά και εκφραστικότητα στον ήχο του, φρόντισε με γνώση τη σολιστική γραφή ώστε να αναδεικνύει τις δεξιοτεχνικές και εκφραστικές αρετές του πιανίστα μέσα από λυρικές μελωδίες που θυμίζουν φωνητική γραφή και μέσα από ουκ ολίγα δεξιοτεχνικά περάσματα σε μεγάλες ταχύτητες.
ΓΙΟΧΑΝΕΣ ΜΠΡΑΜΣ (1833 – 1897)
Συμφωνία αρ. 2 σε ρε μείζονα, έργο 73

Allegro non troppo
Adagio non troppo
Allegretto grazioso (quasi andantino)
Allegro con spirito

Αντίθετα με την Πρώτη Συμφωνία του Μπραμς που χρειάστηκε περίπου δύο δεκαετίες να ολοκληρωθεί, η Δεύτερη ολοκληρώθηκε μέσα σε ένα μόλις καλοκαίρι (1877), το οποίο ο συνθέτης πέρασε στην ειδυλλιακή περιοχή της Καρινθίας (νότια Αυστρία). Τους προσεχείς μήνες και ενόσω προέβαινε στις τελευταίες διορθώσεις, με χιούμορ -και τελείως παραπειστικά- έγραφε στους φίλους του πως η συμφωνία αυτή ήταν ένα έργο μελαγχολικό και «αβάσταχτα πένθιμο». Στην πραγματικότητα ωστόσο, η Δεύτερη είναι ένα φωτεινό, ζεστό και αισιόδοξο έργο, που σε έναν βαθμό αποτυπώνει μουσικά τις φυσικές ομορφιές του αυστριακού θέρετρου, στο οποίο και συνετέθη, με αποτέλεσμα να χαρακτηρισθεί από κάποιους και ως «η Ποιμενική του Μπραμς». Στις 30 Δεκεμβρίου 1877 ο μεγάλος Αυστριακός αρχιμουσικός Χανς Ρίχτερ διηύθυνε στην Βιέννη την πρώτη της εκτέλεση. Η επιτυχία της πρεμιέρας ήταν τέτοια, που κατά απαίτηση του κοινού επαναλήφθηκε το τρίτο μέρος της συμφωνίας. Ανάλογη επιτυχία είχαν και οι αμέσως επόμενες εκτελέσεις της Δεύτερης σε Λειψία και Αμβούργο, υπό τη διεύθυνση του ίδιου του συνθέτη.

Το άνοιγμα του πρώτου μέρους δε θυμίζει σε τίποτα τη συγκλονιστική δραματικότητα εκείνου της Πρώτης Συμφωνίας. Ξύλινα πνευστά και κόρνα εκθέτουν μία απλή, λυρική ιδέα υπό τη σχολιαστική συνοδεία των βαθύτερων εγχόρδων. Το θέμα αυτό πέραν της λειτουργίας του ως στίγματος της γενικότερης ατμόσφαιρας όλου του έργου αποτελεί και το θεματικό του πυρήνα. Το δεύτερο θέμα είναι μία από τις πλέον γνωστές μελωδίες του Μπραμς, που αρχικά παρουσιάζουν οι βιόλες και τα βιολοντσέλα. Στην ενότητα της επεξεργασίας η γραφή γίνεται σαφώς πυκνότερη και πιο αντιστικτικά σύνθετη με έντονη μετατροπική διάθεση. Η ατμόσφαιρα αποφορτίζεται από τη συσσωρευμένη ένταση με την επανέκθεση. Το μέρος κλείνει με μία εν πολλοίς αιθέρια coda, στο τέλος της οποίας παρωδείται με γλυκύτητα και λεπτότητα ένα βιεννέζικο βαλς.

Πίσω από την επιφανειακή ηρεμία και συχνά ανέμελη αισθαντικότητα του δεύτερου μέρους κρύβεται ένα πολύπλοκο μορφολογικό και αρμονικό σχέδιο του συνθέτη. Το αρχικό θέμα εισάγεται από τα βιολοντσέλα, ενώ αργότερα τα πνευστά συνδιαλέγονται μεταξύ τους πάνω από τα pizzicati των εγχόρδων. Ακολουθεί ένα επεισόδιο με το θεματικό υλικό να περνά από τα βιολιά στα ξύλινα πνευστά και το σόλο κόρνο. Τα αρχικά θέματα επανεμφανίζονται κατόπιν, αλλά με μεγαλύτερη δυναμική ένταση και με νέες μελωδικές (και συναισθηματικές) προεκτάσεις, αν και η κατάληξη του μέρους ουσιαστικά επαναφέρει οριστικά την ατμόσφαιρα της αρχής του.

Ο ποιμενικός χαρακτήρας της Δεύτερης Συμφωνίας είναι ανάγλυφος στο τρίτο μέρος, που ξεκινά ως ένα τριμερές αυστριακό Ländler με πρωταγωνιστή το σόλο όμποε. Πολύ σύντομα όμως τα βιολιά παρεμβαίνουν με πολύ γρήγορα, staccato περάσματα, αναπτύσσοντας έτσι μία ζωηρή κίνηση, στην πορεία της οποίας συμμετέχουν από ένα σημείο και μετά και τα πνευστά. Το αρχικό θέμα επανέρχεται εμπλουτισμένο, για να διακοπεί και πάλι από μία γρήγορη ενότητα, αλλά εντελώς προσωρινά.

Το τέταρτο μέρος ξεκινά σε χαμηλή δυναμική με ένα θέμα των εγχόρδων, στο οποίο απαντά το φαγκότο. Αξίζει να σημειωθεί η νοηματική συνάφεια του θέματος αυτού με το βασικό θέμα του πρώτου μέρους της συμφωνίας, γεγονός που καταδεικνύει την ολότητα της συνθετικής σύλληψης. Στη συνέχεια το θέμα αναπτύσσεται περαιτέρω με ένα έντονο ξέσπασμα όλης της ορχήστρας. Ένα πληθωρικό πέρασμα του κλαρινέτου οδηγεί στο λυρικό δεύτερο θέμα, που ανήκει στα έγχορδα. Ο Μπραμς ακολουθεί τα χνάρια του Μπετόβεν επιλέγοντας να κλείσει τη συμφωνία με μία εκτενέστατη coda, που συνιστά μία μεγαλειώδη, γεμάτη συμφωνική λάμψη κορύφωση.

You may also like...