Ο Σκαλκώτας και οι σύγχρονοί του ΙΙΙ στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών

Δύο συνθέτες αναγνωρισμένοι από τον απαιτητικό δάσκαλό τους, τον περίφημο εξπρεσιονιστή Άρνολντ ΣαίνμπεργκΔύο συμμαθητές με κοινή εκπαίδευση αλλάδιαφορετικές καταβολές και ταμπεραμέντοΔύο μεγαλοφυΐες που συναντιούνται στοπρόγραμμα της συναυλίας Ο Σκαλκώτας και οι σύγχρονοί του ΙΙΙ της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών. Μία βραδιά γεμάτη ερμηνευτικές προκλήσεις όπως τοΚοντσέρτο για βιολί και ορχήστρα, το δαιδαλώδες ρέκβιεμ που έμελλε να αποτελέσει το κύκνειο άσμα του Άλμπαν Μπεργκ. Με την ακμαία Κινέζα σολίστ βιολιού Τιάνγουα Γιανγκ, να αποδίδει μοναδικά την εναγώνια ατμόσφαιρα του έργου. Ακολουθούν οι 36 Ελληνικοί Χοροί, Σειρά 1, του Νίκου Σκαλκώτα, έργο δημοφιλές που αποπνέει τη δική του, μετουσιωμένη άποψη της δημοτικής μουσικής, εντυπωσιακά συμπυκνωμένης σε36 μικρά συμφωνικά ποιήματα. Τη συναυλία ανοίγει το «Un Hommage», συμφωνικό έργο- φόρος τιμής (όπως φαίνεται κι από τον τίτλο του) στον πρωτοπόρο Σκαλκώτα, παραγγελία της Ορχήστρας στον πολυβραβευμένο νέο συνθέτη Ορέστη ΠαπαϊωάννουΔιευθύνει ο Καλλιτεχνικός Διευθυντής της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών, Στέφανος Τσιαλής.

Το σχόλιο της Τιάνγουα Γιανγκ:
Για μένα η μουσική είναι ένα είδος γλώσσας. Πρόκειται για επικοινωνία, αφήγηση ιστοριών. Το βασικό είναι να καταφέρνεις να μεταδώσει ιδέες αλλά και συναισθήματα μέσα από την ερμηνεία σου. Προσωπικά θέλω το κοινό να καταλαβαίνει ποια είμαι, τι σκέφτομαι και – κυρίως- τι αισθάνομαι.

Το σχόλιο του μαέστρου:
Η συναυλία αυτή είναι η τρίτη του Κύκλου «Ο Σκαλκώτας και οι σύγχρονοί του», που πραγματοποιείται στο πλαίσιο του 2019- Έτος Σκαλκώτα. Είναι τιμή για μας το ότι, για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά, συναυλία της ΚΟΑ θα ηχογραφηθεί από τη γερμανική Ραδιοφωνία απ’ όπου και θα μεταδοθεί την Παρασκευή 17.05 στις 20:00. Επίσης, η ιδιοφυής βιολονίστρια Τιάνγουα Γιανγκ επιστρέφει κοντά μας για πέμπτη χρονιά. Και βέβαια, σε αυτή τη συναυλία θα παρουσιαστεί για πρώτη φορά η δεύτερη ανάθεση έργου στον φέρελπι συνθέτη Ορέστη Παπαϊωάννου, ο οποίος κερδίζει το ένα διεθνές βραβείο μετά το άλλο. Κυρίως, όμως η συναυλία αυτή είναι εμβληματική γιατί τιμούμε τον Νίκο Σκαλκώτα.

Το πρόγραμμα με μια ματιά

ΟΡΕΣΤΗΣ ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ (γεν.1993)
“Un hommage…”, φόρος τιμής στον Νίκο Σκαλκώτα (παραγγελία της Κ.Ο.Α. για τα 70 χρόνια από τον θάνατο του συνθέτη)

ΑΛΜΠΑΝ ΜΠΕΡΓΚ (1885-1935)
Κοντσέρτο για βιολί και ορχήστρα

ΝΙΚΟΣ ΣΚΑΛΚΩΤΑΣ (1904–1949)
36 Ελληνικοί χοροί, Σειρά 1

ΣΟΛΙΣΤ
Τιάνγουα Γιανγκ, βιολί

ΜΟΥΣΙΚΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ
Στέφανος Τσιαλής

19:45: Εισαγωγική ομιλία του Τίτου Γουβέλη για τους κατόχους εισιτηρίων.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΕΙΣΙΤΗΡΙΩΝ

Τιμές εισιτηρίων: 25€, 15€, 10€ και 5€ (εκπτωτικό)
Προπώληση από 14 Σεπτεμβρίου 2018

Ο Ορέστης Παπαϊωάννου για το «Un hommage»

To “Un Hommage” πρόκειται για ένα έργο-φόρο τιμής στον μεγάλο Έλληνα συνθέτη Νίκο Σκαλκώτα. Είναι έργο με πολλές επιρροές, που ξεκινούν από τάσεις της δυτικής λόγιας μουσικής, (εξπρεσιονισμός, σπεκτραλισμός, μικροπολυφωνία), φτάνοντας έως την ελληνική και ινδονησιακή μουσική παράδοση. Στόχος μου είναι όλες αυτές οι μουσικές αφετηρίες, αφού «μεταμορφωθούν» μέσα από το προσωπικό μου αισθητικό φίλτρο, να δημιουργούν ένα ομοιογενές όλον, το οποίο να είναι αυτόνομο, προσωπικό και πρωτότυπο.

Τεχνικά, το έργο χαρακτηρίζεται από την διαπερατότητα μουσικών υφών, όπου ομάδες οργάνων κινούνται παράλληλα, αναμειγνύονται, αλληλεπιδρούν και συγχωνεύονται. Αρχικά, τα δύο υψηλότερα πνευστά της ορχήστρας, το πίκολο φλάουτο και το πίκολο κλαρινέτο, εκθέτουν τους βασικούς φθόγγους του έργου με μία «συμπλεκόμενη» υφή, εμπνευσμένη από την τεχνική interlocking της μουσικής Gamelan (Ινδονησία). Τα ετερογενή «μπλοκ» υφών με έντονους διανθισμούς δημιουργούν πυκνώσεις και αραιώσεις του ήχου, ο οποίος στο τέλος «διαβρώνεται» από τα κρουστά, μέχρι την εξαφάνισή του. Στο δεύτερο μέρος τα πνευστά εμφανίζουν ένα λυρικό μουσικό θέμα, που εμφανίζεται με παραλλαγές ως προς την ενορχήστρωση και τη διάθεση. Ακολουθεί ένα intermezzo με σόλο βιολί, νύξη στο κοντσέρτο για βιολί του Άλμπαν Μπεργκ, ενώ έπειτα η τεχνική της διαπερατότητας επανέρχεται, αυτή τη φορά σε πιο σκοτεινό κλίμα, με έντονο τον χαρακτήρα των χάλκινων και των κρουστών. Το έργο κλείνει με μία ηχηρή tutti συγχορδία, η οποία μεταμορφώνεται σε πολυρυθμικές υφές που σταδιακά αραιώνουν. Ο ακουστικός ήχος σταδιακά «εξανεμίζεται», δίνοντας τη θέση του στον ηλεκτρονικό, συμβολίζοντας κατά κάποιον τρόπο την έντονη επιρροή της ηλεκτρονικής μουσικής στη μουσική σκηνή του σήμερα.

Για την ιστορία…

ΑΛΜΠΑΝ ΜΠΕΡΓΚ (1885 – 1935)
Κοντσέρτο για βιολί και ορχήστρα «στη μνήμη ενός αγγέλου»

  1. Andante – Allegretto
  2. Allegro – Adagio

Μετά τον θάνατο του Γκούσταβ Μάλερ, η χήρα του, Άλμα, παντρεύτηκε τον σπουδαίο αρχιτέκτονα Βάλτερ Γκρόπιους με τον οποίο απέκτησε το 1916 μία κόρη, τη Μανόν. Στις 22 Απριλίου 1935 η μόλις δεκαεννέα ετών Μανόν, κατά κοινή ομολογία αξιολάτρευτη και «αγγελικής» ομορφιάς, πέθανε από πολιομυελίτιδα. Λίγους μόλις μήνες πριν τον θάνατό της, ο ουκρανικής καταγωγής Αμερικανός βιολιστής Λούις Κράσνερ είχε προσεγγίσει τον Άλμπαν Μπεργκ παραγγέλνοντάς του ένα κοντσέρτο για βιολί. Ο συνθέτης αποδέχθηκε την πρόταση μάλλον απρόθυμα. Ωστόσο, ο χαμός της νεαρής κοπέλας, πυροδότησε την έμπνευση του Μπεργκ, ο οποίος συνέθεσε το Κοντσέρτο το καλοκαίρι του 1935 ως ένα «ρέκβιεμ» στη μνήμη της και μάλιστα εργαζόμενος με πυρετώδεις ρυθμούς και πρωτόγνωρη για τα δικά του δεδομένα ταχύτητα. Η πρεμιέρα του έργου δόθηκε από τον Κράσνερ στη Βαρκελώνη στις 19 Απριλίου 1936 υπό τη διεύθυνση του Χέρμαν Σέρχεν, στο πλαίσιο ενός φεστιβάλ σύγχρονης μουσικής. Κατά μία ειρωνεία της μοίρας, το Κοντσέρτο αποτέλεσε το τελευταίο ολοκληρωμένο έργο του Μπεργκ, ο οποίος έφυγε από τη ζωή την παραμονή Χριστουγέννων του 1935· έτσι, η πρεμιέρα του Κοντσέρτου αποτέλεσε εμμέσως και ένα ρέκβιεμ για τον ίδιο τον δημιουργό του.

Ο Μπεργκ υπήρξε ένας από τους διαπρεπέστερους μαθητές του Άρνολντ Σαίνμπεργκ και ακολούθησε (από ένα σημείο και μετά) τις αρχές του δωδεκαφθογγισμού, τις οποίες ο δάσκαλός του είχε διατυπώσει και εφαρμόσει πρώτος στη μουσική του. Ως σημαίνουσα φυσιογνωμία της Δεύτερης Σχολής της Βιέννης υπηρέτησε με συνέπεια τη γερμανική μουσική πρωτοπορία της εποχής, παραμένοντας ωστόσο πιστός στη βαθιά λυρική φύση του και αξιοποιώντας στη μουσική του με επιτυχία το εγγενές μελωδικό του χάρισμα. Το Κοντσέρτο για βιολί, όπως ένα τυπικό δωδεκαφθογγικό έργο, βασίζεται σε μία κύρια «σειρά», ήτοι σε μία συγκεκριμένη σειρά εμφάνισης των δώδεκα φθόγγων της χρωματικής κλίμακας. Ευφυώς όμως, ο Μπεργκ επέλεξε εν προκειμένω μία σειρά που εμπεριέχει δυνητικά τονικές τάσεις – στοιχείο που διευκόλυνε την ενσωμάτωση στο έργο τονικού μουσικού υλικού.

Το Κοντσέρτο έχει δύο μέρη, καθένα εκ των οποίων χωρίζεται σε δύο τμήματα. Το πρώτο μέρος αποτελεί μία μουσική προσωπογραφία της Μανόν Γκρόπιους. To εναρκτήριο Andante την παρουσιάζει εσωστρεφή και στοχαστική, ενώ το ακόλουθο Allegretto είναι ένα χαριτωμένο σκέρτσο που αποτυπώνει τις εναλλαγές των διαθέσεων του νεαρού κοριτσιού με χαριτωμένο τρόπο. Ο συνθέτης αξιοποιεί εμφανώς στοιχεία αυστριακών χορών, όπως το βαλς. Προς το τέλος του μέρους ακούγεται από το σόλο βιολί και το κόρνο μία μελωδία προερχόμενη από το παραδοσιακό αυστριακό τραγούδι (της περιοχής της Καρινθίας) «Ένα πουλί στη δαμασκηνιά». Η χρήση του τραγουδιού έχει αυτοβιογραφική δικαιολόγηση, αφού ο Μπεργκ, όταν ήταν μόλις 17 ετών είχε αποκτήσει μία κόρη, καρπό της εκτός γάμου σχέσης του με μία υπηρέτρια στην οικογενειακή εξοχική κατοικία – στην περιοχή της Καρινθίας.

Το δεύτερο μέρος ανοίγει με έντονες και δεξιοτεχνικά απαιτητικές χειρονομίες στο σόλο βιολί που δημιουργούν μία αίσθηση αγωνίας και πόνου. Εναγώνιες κραυγές (στην ορχήστρα) συμπληρώνουν μία εικόνα «καταστροφής», όπως ο ίδιος ο συνθέτης σημείωσε. Το βιολί όμως εισάγει ένα μοτίβο από το χορικό του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ Es ist genug (Αρκεί, Κύριε!) από την Καντάτα O EwigkeitduDonnerwort (Ω αιωνιότητα βροντόφωνη!). Διόλου τυχαία, το κείμενο του χορικού αναφέρεται στην πορεία προς τον παράδεισο και την υπέρβαση του επίγειου πόνου. Μετά από την υπόμνηση του παραδοσιακού τραγουδιού (από το τέλος του πρώτου μέρους) το Κοντσέρτο οδηγείται σε μία μελαγχολική, αιθέρια ολοκλήρωση.

ΝΙΚΟΣ ΣΚΑΛΚΩΤΑΣ (1904-1949)
36 Ελληνικοί Χοροί για ορχήστρα, σειρά 1

  1. Ένας Αητός (Τσάμικος Ι)
  2. Κρητικός Ι
  3. Ηπειρώτικος Ι
  4. Πελοποννησιακός
  5. Κρητικός ΙΙ (Άλλο χορό δεν ξέραμε)
  6. Κλέφτικος ΙΙ
  7. Σιφνέικος Ι
  8. Καλαματιανός
  9. Ο χορός του Ζαλόγγου
  10. Μακεδονικός Ι
  11. Παιδιά και ποιος το πέταξε (Κρητικός V)
  12. Θεσσαλικός

Οι «36 Ελληνικοί Χοροί για ορχήστρα» ανήκουν στα τονικά έργα του Νίκου Σκαλκώτα (που αποτελούν το 1/3 περίπου της παραγωγής του), τα περισσότερα εκ των οποίων είναι επεξεργασίες υλικού από την ελληνική δημοτική μουσική. Η σύνθεση του έργου έγινε κυρίως στο διάστημα 1934-36 (αν και οι πρώτες προσπάθειες επεξεργασίας δημοτικής μουσικής για ορχήστρα έγιναν κατά την περίοδο 1931-33, όσο ο συνθέτης ήταν ακόμη στο Βερολίνο), κατά τη διάρκεια μιας δημιουργικής και προσωπικής κρίσης του συνθέτη (1931-1935), η οποία οφειλόταν τόσο στην προσωπική αναζήτηση ενός νέου ατονικού αρμονικού συστήματος όσο και στην αρνητική υποδοχή και την έλλειψη κατανόησης που επέδειξαν οι σύγχρονοί του Έλληνες μουσικοί κατά την επιστροφή του στην Ελλάδα (1933). Η σύνθεση των Χορών ξεκίνησε ενδεχομένως κατόπιν προτροπής του πατέρα του συνθέτη και συνεχίστηκε με νέο ενδιαφέρον μετά από την συνεργασία του με το «Ελληνικό Λαογραφικό Μουσείο» του Γαλλικού Ινστιτούτου Αθηνών (1935), του οποίου η διευθύντρια, Μέλπω Μερλιέ, του ανέθεσε την μεταγραφή, ανάλυση και σχολιασμό ηχογραφημένων δημοτικών τραγουδιών της Κρήτης και της Σίφνου. Η εργασία αυτή στάθηκε αφορμή για την μελέτη του υλικού του Ινστιτούτου και την ανεύρεση σπάνιων καταγραμμένων δημοτικών μελωδιών, που αποτέλεσαν μεταξύ άλλων το προς επεξεργασία υλικό του. Έτσι, οι παραδοσιακές μελωδίες που χρησιμοποίησε ο Σκαλκώτας για τη σύνθεση του έργου, εκτός από αυτές που ήδη γνώριζε από προσωπική εμπειρία, προέρχονταν είτε από έντυπες συλλογές ελληνικής δημοτικής μουσικής, είτε από το αρχείο του Γαλλικού Ινστιτούτου είτε, τέλος, από καταγραφές που έκανε ο ίδιος. Επίσης, αρκετοί από τους Χορούς δεν βασίζονται σε αυθεντικές δημοτικές μελωδίες, αλλά σε δημοτικοφανείς μελωδίες γραμμένες από τον ίδιο τον Σκαλκώτα, κάτι που φανερώνει το βάθος της γνώσης που απέκτησε για τη δημοτική μουσική.

Οι «Χοροί» ολοκληρώθηκαν το 1936, αλλά, λόγω της θετικής αποδοχής του έργου και των επικείμενων εκτελέσεών του, ο συνθέτης έκανε αρκετές μεταγραφές τους για διάφορα ορχηστρικά σύνολα, όπως για κουαρτέτο ή ορχήστρα εγχόρδων, για βιολί και πιάνο, για πιάνο σόλο και ορχήστρα πνευστών. Επίσης, τα δύο τελευταία χρόνια της ζωής του (1948-49) προέβη σε ενορχηστρωτικές αλλαγές στο σύνολο των Χορών, οι οποίες σημειώθηκαν με μολύβι πάνω στην αρχική παρτιτούρα. Η αναθεώρηση αυτή αφορούσε μόνο την ενορχήστρωση, καθώς η αρμονία και ο ρυθμός του έργου παρέμειναν αναλλοίωτα.

Το σύνολο των Χορών διαρθρώνεται σε τρεις ενότητες των 12 Χορών η κάθε μία. Ο χωρισμός του έργου και η σειρά των Χορών σε κάθε ενότητα έχει καθοριστεί από τον ίδιο τον συνθέτη, γεγονός που ενδεχομένως να σημαίνει ότι πρόκειται για κύκλο συνθέσεων με συγκεκριμένη σειρά και όχι απλά για συλλογή. Οι «36 Χοροί» είναι κατεξοχήν σύντομοι (συνήθως 2-3 λεπτά ο καθένας) και εξαιρετικά πλούσιοι σε μορφή και περιεχόμενο. Η εξέλιξη της επεξεργασίας του υλικού είναι πυκνή, χρησιμοποιείται μεγάλη ποικιλία εκφραστικών μέσων και η μετάβαση από την μία κατάσταση στην άλλη επιτυγχάνεται με εξαιρετική ισορροπία.

Η εναρμόνιση του Σκαλκώτα είναι πολύ ενδιαφέρουσα: ενώ σε όλους τους Χορούς υπάρχει τονικό κέντρο, η αρμονία που χρησιμοποιείται δεν μπορεί να χαρακτηριστεί κλασική, ούτε υστερο-ρομαντική, ούτε καν όμοια με την τροπική ή χρωματική αρμονία της λεγόμενης Εθνικής Σχολής. Σε μερικούς Χορούς (π.χ. «Μαζωχτός») υπάρχουν ψήγματα ατονικότητας, ενώ σε όλους υπάρχουν ηθελημένες, απροσδόκητες διαφωνίες χωρίς λύση καθώς και «ανορθόδοξες» για την δυτική αρμονία διαδοχές συγχορδιών, που δημιουργούν μια αίσθηση απώλειας της τονικότητας. Στον τομέα της ενορχήστρωσης συναντάμε επίσης μια πρωτότυπη ενορχηστρωτική γραφή, πυκνή αλλά διάφανη, η οποία συνεισφέρει σημαντικά στην αυθεντικότητα του έργου. Στην αναθεώρηση του 1948-49 μάλιστα γίνεται ακόμη πυκνότερη και πλουσιότερη σε χρώματα, αποτέλεσμα της πολύχρονης και παραγωγικότατης τριβής του Σκαλκώτα με τη σύνθεση κατά το διάστημα 1936-1948.

Στις επεξεργασίες του ο Νίκος Σκαλκώτας, σε αντίθεση με άλλους σύγχρονούς του που ασχολήθηκαν με το ίδιο αντικείμενο, δεν είχε πρόθεση να παρουσιάσει αυτούσιο το δημοτικό τραγούδι, αλλά, έχοντάς το σαν αφετηρία να συνθέσει ελεύθερα στο δικό του προσωπικό ύφος, πάντα όμως κρατώντας το βασικό χαρακτήρα του πρωτότυπου. Το αποτέλεσμα αποδεικνύει τη βαθιά γνώση που είχε αποκτήσει ο συνθέτης πάνω στη δημοτική μουσική, γιατί, διατηρώντας το ελληνικό δημοτικό πνεύμα και τα χαρακτηριστικά του ύφους του, παρουσίασε μια εντελώς πρωτότυπη, μετουσιωμένη άποψη της δημοτικής μουσικής, ένα έργο που περιέχει την πεμπτουσία της ελληνικής μουσικής, τον ρυθμό, το ύφος και τη ζωντάνια της, μέσα σε 36 συμπυκνωμένα σε εντυπωσιακό βαθμό μικρά συμφωνικά ποιήματα. Έτσι, παρά το ότι δεν είναι πάντα εύκολα αναγνωρίσιμη η αυτούσια μελωδία σε μερικούς από τους Χορούς, το συνολικό άκουσμα δεν αφήνει καμιά αμφιβολία για την γνήσια ελληνικότητα της προέλευσης, όχι μόνο για τον έμπειρο, μουσικά εκπαιδευμένο αλλά και για τον απλό ακροατή, Έλληνα ή ξένο.

Κώστας Τσούγκρας
Ανατύπωση από το πρόγραμμα συναυλίας της Κ.Ο.Α. την 01.03.2013

You may also like...