Ο Βλαντίμιρ Φεντοσέγιεφ διευθύνει την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών

Ο Βλαντίμιρ Φεντοσέγιεφ διευθύνει την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών

Σάββατο 01.06.2019
21:00
Μέγαρο Μουσικής Αθηνών
Αίθουσα Χ. Λαμπράκης

Η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών υποδέχεται για πρώτη φορά στην ιστορία της, τον θρυλικό Βλαντίμιρ Φεντοσέγιεφ. Ο μυθικός Ρώσος αρχιμουσικός, που έχει κατακτήσει το παγκόσμιο κοινό αποκομίζοντας πλήθος από κορυφαίες διακρίσεις και βραβεία, φτάνει στην Αθήνα έχοντας στις αποσκευές του ιστορικές δημιουργίες εμβληματικών Ρώσων συνθετών. Η βραδιά ανοίγει με τη δυναμική, εκστατικού χαρακτήρα Νύχτα στο φαλακρό βουνό του – πρόωρα χαμένου, ιδιαίτερα ταλαντούχου – Μόντεστ Μούσοργκσκυ, στην εκδοχή του (φίλου και συνοδοιπόρου του στην Ομάδα των Πέντε) Νικολάι Ρίμσκυ- Κόρσακοφ. Ακολουθεί το Κοντσέρτο για άλτο σαξόφωνο και ορχήστρα του πολυγραφότατου Αντρέι Εσπάι, έργο εκρηκτικό το οποίο μετέγραψε για τον διεθνώς αναγνωρισμένο βιρτουόζο του σαξόφωνου Θεόδωρο Κερκέζο, ο οποίος και θα συμπράξει με την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών ως σολίστας. Η συναυλία κλείνει με τη μνημειώδη Δέκατη Συμφωνία του Ντμίτρι Σοστακόβιτς, που έχει χαρακτηριστεί οπτιμιστική τραγωδία, καθώς ολοκληρώθηκε λίγο μετά τον θάνατο του Στάλιν και αποτελεί μία αριστουργηματική, βαθιά προσωπική και συναισθηματικά φορτισμένη Συμφωνία- ματιά στα σταλινικά χρόνια.

Το σχόλιο του σολίστ:
«Όπου κι να έχεις παίξει, όταν παίζεις στην χώρα σου νιώθεις μια ιδιαίτερη συγκίνηση. Ειδικά όταν είσαι δίπλα σε αγαπημένους φίλους και γνωστούς, όπως η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών με την οποία πρωτοσυνεργάστηκα το 1990, σχεδόν 30 χρόνια πριν. Ο συνδυασμός της αγαπημένης μου ορχήστρας, ενός σπουδαίου μαέστρου που συνεργαζόμαστε από το 2000 – αλλά για πρώτη φορά στη χώρα μου – και το ότι παρουσιάζουμε το έργο ενός κοινού μας φίλου (Αντρέι Εσπάι), με γεμίζει χαρά και ανυπομονησία».

Το σχόλιο του μαέστρου:
«Αν ένας καλλιτέχνης μπορεί να εκφραστεί εξαιρετικά σε εθνικό επίπεδο, τότε γίνεται διεθνής. Ακριβώς αυτό νομίζω ότι θα αναδείξουμε σ’ αυτή τη συναυλία. Ανυπομονώ για την πρώτη μου συνεργασία με την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών και τον Θεόδωρο Κερκέζο, με τον οποίο μας συνδέουν πολλά».

Το πρόγραμμα με μια ματιά

ΜΟΝΤΕΣΤ ΜΟΥΣΟΡΓΚΣΚΥ (1839–1881)
Νύχτα στο Φαλακρό Βουνό

ΑΝΤΡΕΪ ΕΣΠΑΪ (1925-2015)
Κοντσέρτο για άλτο σαξόφωνο και ορχήστρα

ΝΤΜΙΤΡΙ ΣΟΣΤΑΚΟΒΙΤΣ (1906–1975)
Συμφωνία αρ.10 σε μι ελάσσονα, έργο 93

ΣΟΛΙΣΤ
Θεόδωρος Κερκέζος, σαξόφωνο

ΜΟΥΣΙΚΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ
Βλαντίμιρ Φεντοσέγιεφ

20:15: Εισαγωγική ομιλία του Νίκου Λαάρη για τους κατόχους των εισιτηρίων.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΕΙΣΙΤΗΡΙΩΝ

Τιμές εισιτηρίων: 45€, 32€, 22€, 12€ και 7€ (εκπτωτικό)
Για την ιστορία…

ΜΟΝΤΕΣΤ ΜΟΥΣΟΡΓΚΣΚΥ (1839 – 1881)
Μια νύχτα στο φαλακρό βουνό

Τα περισσότερα συνθετικά εγχειρήματα του πρόωρα χαμένου Μόντεστ Μούσοργκσκυ παρέμειναν ημιτελή, κυρίως εξαιτίας του αλκοολισμού και του εύθραυστου ψυχισμού του. Ωστόσο, το περιορισμένης έκτασης δημιουργικό του έργο φανερώνει έναν παθιασμένο δημιουργό με ζωηρή φαντασία, αστείρευτο μελωδικό ταλέντο και θάρρος στις συχνά εικονοκλαστικές αρμονικές του επιλογές.

Πηγή έμπνευσης της Νύχτας στο φαλακρό βουνό υπήρξε μία ιστορία του Νικολάι Γκόγκολ που αναφέρεται στη νυχτερινή, οργιαστική σύναξη μαγισσών και άλλων σκοτεινών πνευμάτων την παραμονή της εορτής του Αγ. Ιωάννη του Προδρόμου (24 Ιουνίου) σε ένα βουνό. Έτσι, το 1867, (κατά σύμπτωση;) στις 23 Ιουνίου, ο συνθέτης ολοκλήρωσε «μία συμφωνική εικόνα» με τίτλο «Η Νύχτα του Αγ. Ιωάννη στο φαλακρό βουνό». Το έργο δεν παρουσιάστηκε σε αυτή τη μορφή όσο ο συνθέτης ήταν στη ζωή. Το 1872 ο Μούσοργκσκυ μετέγραψε το έργο για ορχήστρα και χορωδία και λίγα χρόνια αργότερα κατόπιν νέων αλλαγών σκόπευε να το ενσωματώσει στην όπερά του Το πανηγύρι του Σοροτσίνσκυ, η οποία ωστόσο δεν ολοκληρώθηκε. Έτσι, μετά τον θάνατο του συνθέτη, ο Νικολάι Ρίμσκυ-Κόρσακοφ, ως φίλος του Μούσοργκσκυ και κυρίως ως συνθέτης με βαθιά πίστη στο ταλέντο του, ανέλαβε να δημιουργήσει μία ολοκληρωμένη εκδοχή του έργου αξιοποιώντας τα υπάρχοντα σχέδια και τις διαφορετικές εκδοχές του. Αυτή η εκδοχή της Νύχτας, που παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στις 27 Οκτωβρίου 1886 στην Αγ. Πετρούπολη υπό τη διεύθυνση του ίδιου του Ρίμσκυ-Κόρσακοφ, είναι και η επικρατούσα μέχρι τις μέρες μας – και αυτή που η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών πρόκειται να ερμηνεύσει. Αν και ο Ρίμσκυ-Κόρσακοφ άμβλυνε την αιχμηρή αρμονική και ενορχηστρωτική γλώσσα του Μούσοργκσκυ, είναι γεγονός πως το έκανε αξιοποιώντας τις βαθιές μουσικές του γνώσεις με τις καλύτερες των προθέσεων, δίνοντας πνοή σε ένα έργο που υπό άλλες συνθήκες θα ήταν καταδικασμένο στην αφάνεια.

Οι λιτές προγραμματικές του αναφορές περιγράφουν με σαφήνεια την εξέλιξη του σύντομου αλλά δυναμικού αυτού συμφωνικού έργου: «Υποχθόνιοι κρότοι και φωνές υπερφυσικές – εμφάνιση των σκοτεινών πνευμάτων και κατόπιν του σατανά – δοξολογία και αποθέωση του σατανά – η σύναξη οργιάζει – στο αποκορύφωμα των οργίων ακούγεται από μακριά η καμπάνα της εκκλησίας του χωριού – τα πνεύματα του σκότους εξαφανίζονται – χαραυγή.»
ΑΝΤΡΕΪ ΕΣΠΑΪ (1925 – 2015)
Κοντσέρτο για σαξόφωνο και ορχήστρα
Allegro agitato – Andante con moto – Tempo primo (Andante) – Più mosso – Allegro vivace risoluto – Doppio meno mosso – Andante (tempo primo) – Andante con moto – Con passione

Ο Ρώσος συνθέτης Αντρέι Εσπάι, γιος διακεκριμένου εθνομουσικολόγου, σπούδασε σύνθεση στο Κονσερβατόριο της Μόσχας (με τους Νικολάι Μιασκόφσκυ και Αράμ Χατσατουριάν μεταξύ άλλων) και πιάνο (με τον Βλαντιμίρ Σοφρονίτσκυ). Έγραψε πληθώρα έργων, ανάμεσά τους και μουσική για περίπου εξήντα κινηματογραφικές ταινίες, ενώ διετέλεσε γραμματέας του διοικητικού συμβουλίου της Ένωσης Σοβιετικών Συνθετών. Το Κοντσέρτο για σαξόφωνο είναι έργο της περιόδου 1985-1986 και η πρώτη του εκτέλεση δόθηκε στην Αυστρία τον Απρίλιο του 1990. Το έργο ανοίγει με μία αργή και τονικά «μετέωρη» καντέντσα του σαξοφώνου. Με τη διακριτική είσοδο της ορχήστρας εδραιώνεται μία βαρύθυμη αίσθηση μελαγχολίας (και αρμονικής στατικότητας) που έχει σαφείς επιρροές από το ύφος του Σοστακόβιτς. Ανεπαίσθητα ξεκινά μία αναπτυξιακή πορεία με προϊούσα αύξηση της ενεργητικότητας. Η κορύφωση της πορείας αυτής σηματοδοτεί την «εκρηκτική» είσοδο μίας νέας ενότητας με έντονο χαρακτήρα τζαζ. Το σαξόφωνο, που άλλωστε έχει συνδεθεί άρρηκτα με τη μουσική τζαζ, σχολιάζει με αλλεπάλληλα δεξιοτεχνικά περάσματα αυτοσχεδιαστικής διάθεσης την κύρια μουσική υφή που ξετυλίγει με τον πιο λαμπερό τρόπο η ορχήστρα. Στη συνέχεια, η αρχική ατμόσφαιρα επιστρέφει, έχοντας ωστόσο ελαφρώς μεταλλαχθεί προς το αισθησιακότερο – η βαθιά σχέση του συνθέτη με την κινηματογραφική μουσική προφανώς έχει επηρεάσει καταλυτικά το τμήμα αυτό του έργου. Μία νέα πορεία συσσώρευσης έντασης οδηγεί στη συναισθηματική κορύφωση του κοντσέρτου, το οποίο ολοκληρώνεται με τον πλέον εντυπωσιακό και φωτεινό τρόπο με μία δυναμική και εξωστρεφή coda. Το σολιστικό όργανο διατηρεί την αδιαμφισβήτητη πρωτοκαθεδρία στην παρουσίαση και ανάπτυξη του θεματικού υλικού καθ’ όλη τη διάρκεια του έργου.
ΝΤΜΙΤΡΙ ΣΟΣΤΑΚΟΒΙΤΣ (1906 – 1975)
Συμφωνία αρ.10 σε μι ελάσσονα, έργο 93

Moderato
Allegro
Allegretto
Andante – Allegro


Πολλά έχουν γραφτεί για την αναμφισβήτητη πολεμική του Στάλιν κατά του Σοστακόβιτς, την έκταση της οποίας όμως είναι ακόμα δύσκολο κανείς να αποτιμήσει με ακρίβεια. Δύο φορές ο συνθέτης έπεσε σε σαφή δυσμένεια από το σταλινικό καθεστώς, πρώτα με το ανέβασμα της όπεράς του «Λαίδη Μάκβεθ του Μτσενσκ» (1936) και λίγα χρόνια αργότερα (1948), όταν έγινε το επίκεντρο σφοδρών «αντι-φορμαλιστικών» καθεστωτικών επιθέσεων (διάταγμα Ζντάνοφ). Η χρονική εγγύτητα των γεγονότων αυτών και οι άμεσες ή έμμεσες πολιτικές τους αναγωγές στο παρόν είναι αποτρεπτικοί παράγοντες για μία καθ’ όλα ψύχραιμη, ισορροπημένα αποστασιοποιημένη ιστορική τους θεώρηση. Πάντως, όσο σίγουρο είναι πως ο Σοστακόβιτς δέχθηκε τα πυρά του σταλινικού καθεστώτος (ιδίως τη δεύτερη φορά), άλλο τόσο σίγουρο είναι πως στα πυρά αυτά οι δυτικοί μελετητές της ζωής και του έργου του έβρισκαν και βρίσκουν συχνά πρόσφορο έδαφος εκμετάλλευσης για τη στηλίτευση του πάλαι ποτέ «αντιπάλου» πολιτικοκοινωνικού μορφώματος.

Στις 5 Μαρτίου 1953 ο Στάλιν πέθανε και μαζί του τελείωνε μία ολόκληρη εποχή για τη Σοβιετική Ένωση αλλά και για τον ίδιο τον Σοστακόβιτς. Αφού άφησε να δουν το φως της δημοσιότητας όσα έργα είχε κρατήσει κρυφά τα τελευταία χρόνια, τον Ιούλιο του 1953, οκτώ χρόνια δηλαδή μετά τη σύνθεση της Ένατης συμφωνίας (1945), ξεκίνησε να συνθέτει μία νέα συμφωνία και την ολοκλήρωσε το Σεπτέμβριο. Στις 17 Δεκεμβρίου 1953 η Φιλαρμονική Ορχήστρα του -τότε- Λένινγκραντ υπό τη διεύθυνση του Γιεβγκένι Μραβίνσκυ έδωσε την πρεμιέρα της από κάθε άποψη αριστουργηματικής αυτής συμφωνίας, της πιο βαθιά προσωπικής του Σοστακόβιτς και ίσως της πιο φορτισμένης συναισθηματικά. Αποτελεί κοινό τόπο, πως ο θεματικός της πυρήνας σχετίζεται με τα σταλινικά χρόνια· είναι μία «οπτιμιστική τραγωδία», όπως εύστοχα τη χαρακτήρισε ο συνθέτης Αντρέι Βολκόνσκυ.

Το πρώτο μέρος της Δέκατης είναι σχετικά αργό και αποτελεί μία από τις πιο σκοτεινές σελίδες του Σοστακόβιτς. Ξεκινά με ένα βαρύ, δυσκίνητο θέμα στα βιολοντσέλα και τα κοντραμπάσα, που θυμίζει basso ostinato. Μετά από μία ολόκληρη ενότητα, η οποία ανήκει αποκλειστικά στα έγχορδα, κάνει την εμφάνισή του ένα λυρικό σόλο στο κλαρινέτο, το οποίο σταδιακά επεκτείνεται αλλά τελικά επανέρχεται στο σημείο από όπου ξεκίνησε. Με αυτό το υλικό οικοδομείται η πρώτη ορχηστρική κορύφωση. Καθώς αυτή αποσυντίθεται, οδηγεί λίγο μετά σε ένα νέο θέμα του φλάουτου σε χαμηλή περιοχή, που κινούμενο με όγδοα και απομακρυνόμενο από την αρχική τονικότητα δίνει μία αίσθηση αιώρησης. Όλο το υπόλοιπο μέρος στηρίζεται στην αξιοποίηση του ανωτέρω αυτού θεματικού υλικού, που πραγματώνεται με ακρίβεια, δομική οικονομία και εκφραστική λιτότητα δίνοντας μία αίσθηση αταλάντευτης, «επικής» στιβαρότητας.

Το δεύτερο μέρος είναι και πολύ γρήγορο και πολύ σύντομο. Με την άκαμπτη «αέναη κίνηση» της μουσικής και την εναλλαγή ακραίων δυναμικών αποτελεί μία άγρια στιγμή, γεμάτη ένταση, και διαρκή απειλητικότητα αλλά και με προφανείς προθέσεις παρωδίας σε κάποιες του στιγμές. Είναι πλέον κοινή πεποίθηση, πως σκοπός του συνθέτη στο μέρος αυτό ήταν να σκιαγραφήσει το πορτρέτο του ίδιου του Στάλιν.

Στη συνέχεια, το τρίτο μέρος αρχίζει ως ένα σκοτεινό βαλς επεκτείνοντας ουσιαστικά την ατμόσφαιρα του πρώτου μέρους. Εδώ συναντά κανείς μία πρακτική, συνήθη για τον Σοστακόβιτς, να «υπογράφει» μουσικά τα έργα του. Έτσι, μετατρέποντας τα αρχικά της γερμανικής γραφής του ονόματός του DSCH (Dmitri SCHostakowitsch) στις αντίστοιχες νότες (σύμφωνα πάντα με τη γερμανική ορολογία) προκύπτει το μοτίβο από τέσσερις νότες: Ρε – Μι ύφεση – Ντο – Σι, το οποίο και κάνει την εμφάνισή του στη μουσική. Επιπλέον, το απαλό μοτίβο του κόρνου, που παρεμβαίνει δώδεκα συνολικά φορές στην εξέλιξη του μέρους, είναι και αυτό μία μουσική υπογραφή. Παρά τη συγγένειά του με το θέμα του κόρνου από το «Τραγούδι της Γης» του Γκούσταβ Μάλερ, οι πέντε νότες του αποτυπώνουν -σύμφωνα πάντα με το προαναφερθέν σκεπτικό- το όνομα Elmira. Πρόκειται για την Ελμίρα Ναζιρόβα από το Αζερμπαϊτζάν, μαθήτρια του Σοστακόβιτς στο Ωδείο της Μόσχας, με την οποία είχε συχνή αλληλογραφία το καλοκαίρι του 1953.

Αλλά από εδώ και πέρα το τοπίο αλλάζει. Το φινάλε ανοίγει με μία αργή εισαγωγή, η επιφυλακτικότητα της οποίας σύντομα αίρεται και δίνει τη θέση της σε ένα απροσδόκητα αισιόδοξο και λαμπερό γρήγορο μέρος. Αυτή η μουσική δικαιολογεί πλήρως τον όρο «οπτιμιστική τραγωδία». Αν και οι φόβοι, η αγωνία και η μελαγχολία όλων των προηγουμένων μερών δεν είναι εύκολο να σβήσουν εντελώς, ο συνθέτης οδηγεί με σιγουριά το έργο σε μία αποθεωτική, μεγαλόπρεπη κατάληξη -όπου το μοτίβο DSCH κυριαρχεί στα τύμπανα- και εκφράζει έτσι τον ξεκάθαρο προσωπικό του θρίαμβο. Η Δέκατη δεν θα κινδύνευε από τη σταλινική λογοκρισία και κριτική.

You may also like...