Μπετόβεν: 250 χρόνια – 70 χρόνια από τον θάνατο του Στράους

Μπετόβεν: 250 χρόνια –
70 χρόνια από τον θάνατο του Στράους
Ο κύκλος της ζωής και οι έντονες διεκδικήσεις που αλλάζουν τον κόσμο. Η γέννηση του Λούντβιχ Βαν Μπετόβεν, ο θάνατος του Ρίχαρντ Στράους και βέβαια το ξέσπασμα της Ελληνικής Επανάστασης και η παλιγγενεσία. Γεγονότα και μορφές κομβικές, δίνουν το δραματουργικό νήμα για μια μουσική εμπειρία που αντλεί από την ιστορία, την προοπτική του μέλλοντος. Η συναυλία Μπετόβεν: 250 χρόνια – 70 χρόνια από τον θάνατο του Στράους της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών, τιμά δύο πρωτοπόρες μορφές του Ρομαντισμού. Ξεκινά, με τη συμφωνική εισαγωγή Ο θάνατος του Λόρδου Βύρωνα του καταξιωμένου Φίλιππου Τσαλαχούρη, έργο- παραγγελία της Ορχήστρας αφιερωμένο στον μεγάλο Φιλέλληνα. Ακολουθεί, το λυρικό Κοντσέρτο για όμποε του Στράους, όψιμη δημιουργία που ξεδιπλώνει τις μελωδικές δυνατότητες του οργάνου. Σολίστ, ο Κορυφαίος ομποΐστας της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών Γιάννης Οικονόμου. Το πρόγραμμα ολοκληρώνεται με τη δυναμική Τέταρτη Συμφωνία του Μπετόβεν που αποπνέει ευθυμία και τρυφερότητα. Στο πόντιουμ επιστρέφει ο διεθνούς ακτινοβολίας Λουκάς Καρυτινός.

Το σχόλιο του σολίστ:
«Από πάρα πολύ μικρός έχω τη μυρωδιά της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών στη ζωή μου, την είδα να αλλάζει, να μεγαλώνει, να ωριμάζει και πάντα ήθελα να είμαι μέλος της. Κάθε φορά που με συνοδεύει η Ορχήστρα είναι ξεχωριστή. Η χαρά είναι πολύ μεγάλη, η ευθύνη όμως, για λόγους επαγγελματικούς, μουσικούς αλλά και οικογενειακούς είναι τεράστια… Είναι τιμή μου να εμφανίζομαι ως σολίστ με την αρχαιότερη και καλύτερη Ορχήστρα που διαθέτει η χώρα μας.»

Το σχόλιο του μαέστρου:
«Το Κοντσέρτο για όμποε του Στράους και η Τέταρτη Συμφωνία του Μπετόβεν είναι δύο έργα που κοιτούν προς τα πίσω, δύο κλασικής μορφής συνθέσεις που παραπέμπουν στους Μότσαρτ και Χάυντν. Η Τέταρτη Συμφωνία, καθώς είναι στριμωγμένη ανάμεσα σε δύο ογκόλιθους της μπετοβενικής ιδιοφυίας, διαφεύγει συχνά της προσοχής μας. Πρόκειται όμως για ένα εξαιρετικό έργο, που ενώ μοιάζει σαν συνθετικό πισωγύρισμα – προς τη Δεύτερη και ακόμα πιο πίσω, προς τον Χάυντν – είναι ένα δημιούργημα γεμάτο φως, χαρά ζωής και παιχνιδιάρικη διάθεση. Από την άλλη, ο Ρίχαρντ Στράους συνθέτει το Κοντσέρτο για όμποε προς το τέλος της ζωής του και μοιάζει να κοιτά προς τον Μότσαρτ, χωρίς να ενδιαφέρεται καθόλου για τη σύγχρονη μορφή της μουσικής. Έχοντας περάσει όλα τα ρεύματα του 19ου και 20ου αιώνα, επιστρέφει στα νεανικά του χρόνια, γράφοντας με απλή διατονικότητα ένα Κοντσέρτο που ανήκει στο κύριο σολιστικό σώμα του οργάνου.»

ΤΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΜΕ ΜΙΑ ΜΑΤΙΑ

ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΤΣΑΛΑΧΟΥΡΗΣ (γεν. 1969)
Ο θάνατος του Λόρδου Βύρωνα, συμφωνική εισαγωγή έργο 107 (2019)
(παραγγελία της Κ.Ο.Α. στο πλαίσιο του εορτασμού των 200 χρόνων από την Ελληνική Επανάσταση)

ΡΙΧΑΡΝΤ ΣΤΡΑΟΥΣ (1864–1949)
Κοντσέρτο για όμποε και μικρή ορχήστρα σε ρε μείζονα

ΛΟΥΝΤΒΙΧ ΒΑΝ ΜΠΕΤΟΒΕΝ (1770–1827)
Συμφωνία αρ. 4 σε σι ύφεση μείζονα, έργο 60

ΣΟΛΙΣΤ
Γιάννης Οικονόμου, όμποε

ΜΟΥΣΙΚΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ
Λουκάς Καρυτινός

19:45: Eισαγωγική ομιλία του Χαράλαμπου Γωγιού για τους κατόχους εισιτηρίων.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΕΙΣΙΤΗΡΙΩΝ
Τιμές εισιτηρίων: 25€, 20€, 15€ και 8€ (εκπτωτικό)

Προπώληση από 24 Ιουλίου 2019

Ο Φίλιππος Τσαλαχούρης για το έργο «Ο θάνατος του Λόρδου Βύρωνα»

Ο Λόρδος Βύρων άφησε την τελευταία του πνοή στο Μεσολόγγι στις 19 Απριλίου 1824. Ήταν μόλις 37 ετών. Με την ανατολή του ήλιου 37 κανονιοβολισμοί εκδήλωσαν το πένθος των Ελλήνων αλλά και την ευγνωμοσύνη. Αν και αρχικός του προορισμός ήταν ο Μοριάς ο Βύρων εγκαταστάθηκε από το 1823 στο Μεσολόγγι. Πηγή έμπνευσης η εξεγερμένη Ελλάδα, προορισμός ρομαντικός, τόπος μαγικός, πνευματικός αγώνας αλλά και πεδίο υπεράσπισης ανθρώπινων αξιών. Ενίσχυσε ηθικά και υλικά των αγώνα. Διατηρούσε τακτική αλληλογραφία με επιφανείς Άγγλους επιχειρηματίες με σκοπό την οικονομική ενίσχυση της επανάστασης. Στο πρόσωπό του η επαναστατημένη Ελλάδα έβλεπε το σύνολο των ξένων που βοηθούσαν στον αγώνα, λαμπρό σύμβολο του κινήματος των Φιλελλήνων. Για την Ευρώπη ο Βύρων ήταν ο μεγάλος ποιητής, ο δημιουργός του Δον Ζουάν και του Μάνφρεντ, η σημαντικότερη ίσως μορφή του ρομαντισμού. Για την Ελλάδα ήταν η ίδια η ιδέα του πόθου για την ελευθερία. Ο Διονύσιος Σολωμός συλλαμβάνει αυτήν την εικόνα στους εισαγωγικούς στίχους της μακροσκελούς Ωδής στο θάνατο του Λόρδου Βύρωνα:

Λευτεριά για λίγο πάψε
Να χτυπάς με το σπαθί
Τώρα σίμωσε και κλάψε
Εις του Μπάιρον το κορμί

Η συμφωνική εισαγωγή του Φίλιππου Τσαλαχούρη «Ο Θάνατος του Λόρδου Βύρωνα» έργο 107 ολοκληρώθηκε τον Ιούλιο του 2019 έπειτα από παραγγελία της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών με αφορμή την επέτειο των 200 χρόνων της Ελληνικής Επανάστασης. Είναι εμπνευσμένη από αυτούς ακριβώς τους στίχους του Διονυσίου Σολωμού. Η μουσική αρθρώνεται σε τρεις συμφωνικές εικόνες: η αγωνιζόμενη Ελευθερία, ο ποιητής στην νεκρική κλίνη και η μεταφυσική συνάντησή τους. Με θαυμασμό στην ποιητική μορφή του Λόρδου Βύρωνα, αλλά και με ευγνωμοσύνη στον μεγάλο φιλέλληνα, ο συνθέτης δημιουργεί ένα δραματικό συμφωνικό επιτύμβιο επίγραμμα.

ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ…

ΡΙΧΑΡΝΤ ΣΤΡΑΟΥΣ (1864 – 1949)
Κοντσέρτο για όμποε και ορχήστρα

Allegro moderato
Andante
Vivace – Allegro

Η συνθηκολόγηση της Γερμανίας στις 9 Μαΐου 1945 σήμανε το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου στην Ευρώπη αλλά για την ίδια τη χώρα, παντοιοτρόπως κατεστραμμένη και ταπεινωμένη, ήταν η αρχή μίας ιδιαίτερα επώδυνης περιόδου. Ο μεγάλος συνθέτης της Γερμανίας, Ρίχαρντ Στράους, ζούσε τότε αποτραβηγμένος σε ένα χωριό στις Βαυαρικές Άλπεις, στα σύνορα με την Αυστρία. Η Βαυαρία τελούσε υπό αμερικανική διοίκηση και οι Αμερικανοί στρατιώτες είχαν εντολές να αποφεύγουν την συναναστροφή με τους Γερμανούς πολίτες. Ένας από αυτούς όμως, ο Τζον ντε Λάνσι, που πριν κληθεί να υπηρετήσει στον αμερικανικό στρατό ήταν ομποΐστας στη Συμφωνική Ορχήστρα του Πίτσμπουργκ, πληροφορήθηκε την παρουσία του Στράους στην περιοχή και ανέπτυξε μία προσωπική επαφή μαζί του. Σε μία συνάντηση των δύο ανδρών, ο ομποΐστας ρώτησε τον γηραιό συνθέτη αν είχε σκεφτεί ποτέ να συνθέσει ένα κοντσέρτο για όμποε. Εκείνος απάντησε απλά «όχι» και το θέμα έληξε εκεί. Ωστόσο, φαίνεται πως η σκέψη μίας τέτοιας σύνθεσης βρήκε πρόσφορο έδαφος μέσα του και έτσι, στις 14 Σεπτεμβρίου 1945, μία πρώτη, μη ακόμα ενορχηστρωμένη εκδοχή του Κοντσέρτου για όμποε, ήταν ήδη έτοιμη. Η ενορχήστρωση ολοκληρώθηκε λίγο μετά και στις 26 Φεβρουαρίου 1946 το έργο εκτελέστηκε για πρώτη φορά στη Ζυρίχη από τον Μαρσέλ Σαιγιέ και την Ορχήστρα Tonhalle υπό τη διεύθυνση του Ελβετού Φόλκμαν Αντρέε. Μετά τον πόλεμο, ο ντε Λάνσι έπαιζε πλέον στην Ορχήστρα της Φιλαδέλφειας και τότε πληροφορήθηκε την ύπαρξη του Κοντσέρτου για όμποε του Στράους, γεγονός που εύλογα τον εξέπληξε. Πάντως, ενώ ο συνθέτης προόριζε τον ντε Λάνσι για να κάνει την αμερικανική πρεμιέρα του Κοντσέρτου, αυτό δεν συνέβη για πρακτικούς και τυπικούς λόγους, που σχετίζονται με την ιεραρχία της Ορχήστρας της Φιλαδέλφειας (το ερμήνευσε και το ηχογράφησε όμως κάποια χρόνια αργότερα).

Το Κοντσέρτο για όμποε, όπως και άλλα έργα της τελευταίας δημιουργικής περιόδου του συνθέτη, δεν θυμίζει σε τίποτα τα μεγαλειώδη και επιβλητικά συμφωνικά ποιήματα της νέοτητάς του ούτε τις μεγάλες και αρμονικά δαιδαλώδεις όπερές του. Οι ηλικιωμένοι άνθρωποι συχνά αρέσκονται (και απολύτως δικαιολογημένα) να γυρνούν στις ρίζες τους – και αυτό συμβαίνει από μουσικής άποψης στο Κοντσέρτο, που με μία «φθινοπωρινή» διάθεση βλέπει πίσω στο ύφος του πρώιμου ρομαντισμού, όπως ο Στράους τον είχε διδαχθεί στα παιδικά του χρόνια. Η ογκωδέστατη ορχήστρα που ο συνθέτης χρησιμοποιούσε στο μεγαλύτερο μέρος της ζωής του αντικαταστάθηκε εν προκειμένω από μία πολύ μικρότερη. Ο δημιουργός που ασπάστηκε όσο κανείς τα μουσικά ιδεώδη του Βάγκνερ και τα επέκτεινε ως και τα όρια της ατονικότητας, επέστρεψε σε μία αρμονική γλώσσα πιο απλή (αλλά ποτέ απλοϊκή) και σε μία φόρμα σαφή και διαυγή, πολύ κοντά στα κλασικά πρότυπα του παρελθόντος. Τα τρία μέρη του έργου ακούγονται χωρίς διακοπή, πρακτική γνωστή ήδη από τα κοντσέρτα του Μέντελσον. Η αρχική, μακροσκελής μελωδική γραμμή του όμποε κάνει άμεσα σαφείς τις προθέσεις του συνθέτη να εξερευνήσει τις μελωδικές δυνατότητες του οργάνου. Φυσικά, δεν λείπουν ενότητες έντονων διαλόγων του με όργανα της ορχήστρας, η οποία αποδεικνύεται πανταχού παρούσα – αν και διακριτικά. Το δεύτερο μέρος είναι ένα αισθαντικό Andante, στο ύφος μίας ερωτικής οπερετικής άριας. Μία εξωστρεφής καντέντσα (συνοδευόμενη ενίοτε από τα έγχορδα με pizzicato) οδηγεί στο τρίτο μέρος, ένα χαριτωμένο και εύθυμο ροντό. Μία δεύτερη καντέντσα (πιο σύντομη) προσφέρει μία στιγμή στοχασμού και αναδίπλωσης πριν τις καταληκτικές χειρονομίες.

ΛΟΥΝΤΒΙΧ ΒΑΝ ΜΠΕΤΟΒΕΝ (1770 – 1827)
Συμφωνία αρ. 4 σε σι ύφεση μείζονα, έργο 60

Adagio – Allegro vivace
Adagio
Allegro vivace
Allegro ma non troppo

Για τον σημερινό ακροατή των συμφωνιών του Μπετόβεν η συμφωνική μεγαλοπρέπεια και η από πολλές απόψεις καινοτόμος διάθεση της Τρίτης και της Πέμπτης Συμφωνίας αναπόφευκτα τείνουν να σκιάσουν τη σημασία και τον μουσικό πλούτο της Τέταρτης. Πάντως, ήδη από την εποχή του συνθέτη η Τέταρτη Συμφωνία αποτέλεσε ένα παραμελημένο έργο. Αλλά προς το τέλος πια της ζωής του Μπετόβεν, όταν οι σύγχρονοί του άρχιζαν να εξοικειώνονται με την καινοφανή διεύρυνση των ορίων της μουσικής χάρη στα τελευταία έργα του, άλλαξε και η αντιμετώπιση προς την Τέταρτη, με αποτέλεσμα αρκετοί κριτικοί να θεωρούν πως «δεν υπάρχουν λόγια για να περιγράψουν το βαθύ, δυναμικό πνεύμα αυτού του έργου». Στον 20ό αιώνα πλέον, ο διάσημος αρχιμουσικός Γιόζεφ Κριπς θα γράψει συνοπτικά: «θεωρώ την Τέταρτη Συμφωνία ως τον τρόπο του Μπετόβεν να πει το Ναι στη Ζωή».

O Μπετόβεν συνέθεσε την Τέταρτη το καλοκαίρι και το φθινόπωρο του 1806 κατά την παραμονή του στο παλάτι του κόμη Φραντς φον Όπερσντορφ, στον οποίο και την αφιέρωσε. Η χρονιά εκείνη ήταν άκρως γόνιμη για το συνθέτη, αφού ολοκλήρωσε μερικά από τα σπουδαιότερα έργα του, όπως το τέταρτο κοντσέρτο για πιάνο, τo κοντσέρτο για βιολί και τρία κουαρτέτα εγχόρδων αφιερωμένα στον κόμη Ραζουμόφσκυ. Η πρεμιέρα της Τέταρτης δόθηκε στις 7 Μαρτίου 1807 σε μία ιδιωτική συναυλία στο παλάτι του πρίγκιπα Φραντς Γιόζεφ φον Λόμπκοβιτς στη Βιέννη.

Η ενορχήστρωσή της είναι η πιο λιτή σε σύγκριση με τις υπόλοιπες συμφωνίες υπακούοντας σε μία αισθητική πιο κοντά στην κλασική συμφωνική παράδοση του 18ου αιώνα. Η χαρακτηριστική μπετοβενική δραματικότητα με τα «τρικυμιώδη πάθη», που πάντα συνταράζουν, δίνει εν προκειμένω τη θέση της στην ευθυμία, την εκλεπτυσμένη χάρη και την τρυφερότητα. Το πρώτο μέρος ανοίγει με μία αργή εισαγωγή, γεμάτη μυστήριο και συμπυκνωμένη διανοητική ενέργεια, που ξεσπά με το πέρασμα στο γρήγορο κυρίως τμήμα. Γραμμένο σε μία τυπική φόρμα σονάτας, έρχεται με τα ορμητικά και ανέμελα θέματά του σε έντονη αντίθεση με τη σκοτεινή διάθεση της εισαγωγής. Η δομή του αργού, λυρικού δεύτερου μέρους είναι μία ιδιοφυής πρόσμειξη της κανονικής φόρμας σονάτας και της «σονάτας χωρίς ανάπτυξη», δομής πολύ συνήθους στα αργά μέρη έργων του Μότσαρτ. Το μέρος τελειώνει με μία σύντομη καταληκτική ενότητα (coda), που περιλαμβάνει και μία γραμμένη καντέντσα για το κόρνο, τα βιολιά, το κλαρινέτο και το φλάουτο. Το τρίτο μέρος ολόκληρο (κυρίως τμήμα και ενδιάμεσο τρίο) επαναλαμβάνεται αυτούσιο, ενώ κατόπιν το κύριο τμήμα επανεμφανίζεται μία τελευταία φορά δίνοντας έτσι μία αίσθηση ολοκλήρωσης. Αντί δηλαδή της συνήθους δομής του μενουέτου ΑΒΑ, η δομή εδώ είναι ΑΒΑΒΑ. Στο εξωστρεφές και δεξιοτεχνικό φινάλε (σε φόρμα σονάτας) παρά τη λειτουργική πρωτοκαθεδρία των δύο κυρίως θεμάτων, το ενδιαφέρον εστιάζεται σε ένα γρήγορο πέρασμα δεκάτων έκτων (σαν ένα moto perpetuo θα έλεγε κανείς), που διέπει ουσιαστικά όλο το μέρος, εκτιθέμενο ως επί το πλείστον από τα πρώτα βιολιά, αλλά περνώντας αποσπασματικά και σε άλλες οικογένειες.

You may also like...