Γαλλικό Ινστιτούτο Ελλάδος – Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης

Burn_baby_burn_Την Πέμπτη 14 Μαΐου 2015,
Με το έργο
Burn baby burn
της Καρίν Λακρουά/ Carine Lacroix
Σκηνοθεσία: Βάσια Ατταριάν
αρχίζει το 2ο Φεστιβάλ «Το Γαλλικό Θέατρο à la Grecque»
Η Τέχνη Ελεύθερη επισημαίνει και τολμά…
Το σύγχρονο γαλλικό θέατρο στην Ελλάδα,
ελεύθερο, χωρίς ενοχές, σκληρό,
τρυφερό, αληθινό, θυμωμένο, επίκαιρο.
BURN BABY BURN
Καρίν Λακρουά/ Carine Lacroix
Πέμπτη 14, Παρασκευή 15, Σάββατο 16 Μαΐου 2015, στις 21:00
Μετάφραση: Εργαστήρι μετάφρασης του Γαλλικού Ινστιτούτου με τη συμμετοχή των: Σιμόνης Αθανασίου, Παναγιώτας Δρυ, Βίκυς Καμπούρη και Γιώργου Σαραμάσκου.
Διεύθυνση και επιμέλεια μετάφρασης: Δήμητρα Κονδυλάκη
Καλλιτεχνική επιμέλεια: Βασίλης Μαυρογεωργίου
Σκηνοθεσία: Βάσια Ατταριάν
Δραματουργία: Εριφύλη Γιαννακοπούλου
Σκηνικά – Κοστούμια: Αλεξία Χρυσοχοΐδου
Επιμέλεια κίνησης: Έλενα Γεροδήμου
Μουσική επιμέλεια: ο θίασος
Βοηθοί σκηνοθέτη: Εριφύλη Γιαννακοπούλου, Ειρήνη Γεωργαλάκη
Φωτογραφίες: Άγγελος Μπάλλας
Παίζουν: Προμηθέας Neratini-Δοκιμάκης, Μυρτώ Μακρίδη, Ιωάννα Ραμπαούνη
Ακούγεται η φωνή του Βασίλη Μαυρογεωργίου
Σημείωμα: Βάσια Ατταριάν
Ο χώρος.
Το σύνολο των σημείων του επιπέδου ή του χώρου/τόπου με μια κοινή ιδιότητα.
Το περιβάλλον που είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την ιδέα της απόστασης σε τρείς διαστάσεις.
Ένας τόπος από όπου περνούν άνθρωποι, εποχές, χρόνος.
Ο χρόνος.
Η ακαθόριστη κίνηση της ύπαρξης και των γεγονότων στο παρελθόν, το παρόν και το μέλλον θεωρούμενη ως σύνολο.
Ο χρόνος και ο χώρος όταν ενώνονται από την παρουσία ενός ή περισσοτέρων ανθρώπων δημιουργούν μνήμες.
Η μνήμη.
Ο χώρος στον οποίο συλλέγονται, αποθηκεύονται και από τον οποίο ανασύρονται πληροφορίες συνειδητά και ασυνείδητα. Εικόνες, συναισθήματα, έννοιες, μυρωδιές, γεύσεις, ήχοι.
Ένας ου τόπος. Άχρονος. Ένας εφήμερος τόπος. Άχρονος.
Μια αντλία βενζίνης και κάποια καθίσματα καφετέριας. Τόσο όμορφα κάποτε, όσο και παρατημένα στο τίποτα τώρα.
Είναι ο τόπος όπου θα συναντηθούν δύο κορίτσια κι αργότερα κι ένα αγόρι λίγο πριν την ενηλικίωση, λίγο μετά την εφηβεία. Είναι ο χώρος, αυτός που θα γεννήσει τη συνάντηση τους και θα ορίσει την εξέλιξή της.
Δεν έχει μάλλον σημασία αν θα έρθει εδώ η Ιρίπ, η Βιολέτ ή κάποιος άλλος. Ο χρόνος κυλάει χωρίς να μας δίνει καμία σημασία. Τέτοιοι τόποι υπάρχουν. Υπάρχουν στο Πικέρμι, στη Νότια Γαλλία, σε ένα εγκαταλελειμμένο πάρκο διασκέδασης με θέμα την άγρια δύση. Στις ρομαντικές ταινίες της αμερικάνικης επαρχίας του ‘90 στο βάθος του πλάνου, πάντα υπάρχει μέσα στα στάχυα κάτι που μαρτυρά ότι κάποτε εκεί υπήρξε ένδειξη ζωής. Σε μπαρ και καφέ της εθνικής οδού, οποιασδήποτε περιοχής. Σε ταινίες των αδελφών Κοέν, που ο ήρωας μπαίνει πάντα σε ένα παρηκμασμένο καφέ για να αγοράσει τσιγάρα και σπανίως για να κάτσει, στο Paris Texas του Βιμ Βέντερς. Oι δεύτεροι ήρωες του Ταραντίνο πάντοτε έχουν ένα τέτοιο στέκι, ο τρελός Πιερό περνάει από τέτοια μέρη και τα κοιτάει μάλλον πιο αισιόδοξα… Όπως στο περιμένοντας το Γκοντό οι ήρωες περιμένουν το σωτήρα ή τον μεγάλο Άλλο, έτσι και εδώ οι ήρωες και ο τόπος ο ίδιος, περιμένουν. Όπως δύο άνθρωποι για δέκα λεπτά ακούνε τη μια πλευρά ενός δίσκου, αλλάζουν πλευρά με ευλάβεια και συνεχίζουν να ακούνε. Όπως σε μια συνάντηση σε ένα επαρχιακό μπαρ, μεταξύ αγνώστων, όταν και οι δύο είναι ήδη έτοιμοι να ομολογήσουν πως η βραδιά δεν θα έχει νόημα, κανείς όμως δεν αποχωρεί.
Η φυγή δηλώνεται χιλιάδες φορές και πάντα κάποιος θα είναι έτοιμος να την απορρίψει. Απλώς, επειδή για να φύγεις, πρέπει να υπάρχει κι ένα άλλο μέρος, ένας άλλος χώρος στον οποίο θες στ’ αλήθεια να πας. Η ακτή μοιάζει ταξίδι στο φεγγάρι. Κάποιοι έχουν πάει, όλοι ξέρουν γι αυτήν. Ο παράδεισος είναι πάντοτε κάπου αλλού.
Οι λέξεις χάνουν τη σημασία τους όταν η ατμόσφαιρα τις κυριεύει.
Ένα road movie που διακόπηκε απότομα. Η κάμερα πάγωσε και η εικόνα είναι εδώ αλλά δεν κινείται.
Σημείωμα: Δήμητρα Κονδυλάκη, Θεωρητικός θεάτρου, Σκηνοθέτις, Μεταφράστρια
Burn baby burn: να ένα σύγχρονο γαλλικό έργο που, κρίνοντας ακόμη κι απ’ τον τίτλο, επιδιώκει να μοιάζει λιγότερο «γαλλικό» από το αναμενόμενο. Κι ωστόσο, η ηθοποιός Carine Lacroix (γεν. 1974) που το υπογράφει, προτείνει ένα παράξενο κράμα μεταξύ αφηγηματικότητας και δράσης, εικαστικής διάθεσης και σκληρού ρεαλισμού που παραπέμπει σε ταινίες δρόμου. Ένα ιδιότυπο, θεατρικό Θέλμα και Λουίζ που υποκαθιστά την κινηματογραφική δίνη της κίνησης, των τοπίων που αδιάκοπα εναλλάσσονται, τους ξέφρενους ρυθμούς του ταξιδιού από μια ποιητική εξιδανίκευση της φυγής – η οποία διοχετεύεται τόσο στην πλοκή όσο και στις σχεδόν αυτόνομες κειμενικά συνθέσεις των σκηνικών οδηγιών που την αρθρώνουν.
Εδώ όλα είναι στατικά, τίποτα δεν κινείται. Δεν βρισκόμαστε εν κινήσει, βρισκόμαστε αντίθετα, εν στάσει. «Ένα ερειπωμένο βενζινάδικο / Ταμπέλες σκουριασμένες, τοίχοι ραγισμένοι, αγριόχορτα παντού / Ξεχασμένο ανάμεσα σε ατελείωτα χωράφια με στάχυα, σ’ ένα δρόμο απ’ όπου δεν περνάει ψυχή / Αλυσίδες πλεγμένες μεταξύ τους λιώνουν πάνω στην άσφαλτο». Από αυτό το σκηνικό αδράνειας και εγκατάλειψης, που δεν κάνει άλλο από το να εικονοποιεί την αδράνεια και την εγκατάλειψη στη ζωή της καθεμιάς τους, ζητούν να δραπετεύσουν οι έφηβες πρωταγωνίστριες του έργου. Παρότι αρχικά ακατανόητες και εχθρικές η μία για την άλλη, η απρόσμενη συνάντησή τους θα τους προσφέρει τη δυνατότητα να μοιραστούν τη μοναξιά, το θυμό και τη θλίψη μιας ζωής που τις πνίγει και θα πυροδοτήσει ακόμη περισσότερο τη φαντασίωση της φυγής. Ως τη στιγμή που η πραγματικότητα θα εισβάλλει βίαια στο πλάνο με τη μορφή ενός ανυποψίαστου νεαρού, «πολύ ζωντανού, σίγουρου για τον εαυτό του, εγκάρδιου» που θα σπείρει τον πανικό. Γιατί άθελά του θα αναδείξει ακόμα πιο έντονα το «κενό της αγάπης». Τώρα, από φαντασίωση η φυγή γίνεται αναγκαιότητα. Τώρα οι δυο ηρωίδες έχουν πραγματικά πλησιάσει στον γκρεμό. Και μοναδική τους ελπίδα είναι η μία για την άλλη.
Ένα πραγματικά ενδιαφέρον δείγμα των σύγχρονων δραματουργικών αναζητήσεων – χάρη στη σύνθεση σκηνών ποιητικής γλώσσας αλλά και ζωντανού, σπαρταριστού διαλόγου– που θα κερδίσει σίγουρα την ελληνική σκηνή, όπως κέρδισε και την ευρωπαϊκή, εφόσον η σκηνοθεσία πάρει αποστάσεις από τα στερεοτυπικά στοιχεία της πλοκής.

Carine Lacroix. Δηλώνει ότι η ζωή της ξεκίνησε όταν ήταν 10 χρονών, τότε που οι γονείς της αποφάσισαν να εγκαταλείψουν το Παρίσι για ένα έτος μακριά από τη ρουτίνα, διασχίζοντας την Ευρώπη μ’ ένα τροχόσπιτο. Προκειμένου ν’ αντικαταστήσει το σχολείο, έγραφε, έπαιζε έξω, επινοούσε γλώσσες, επισκεπτόταν αρχαιολογικούς χώρους, κοιμόταν στο ύπαιθρο. Αυτή η χρονιά ήταν καθοριστική και επηρέασε ευρύτατα τα ενδιαφέροντά της όσον αφορά στις λέξεις, τα ταξίδια και τα ενδόμυχα ενδιαφέροντά της. Μετά από μια δεκαετία στην ηθοποιία, αφιερώνει σήμερα όλο της το χρόνο στη συγγραφή, κυρίως θεατρικών έργων. Το Burn baby burn ανεβαίνει για πρώτη φορά στη σκηνή της Comédie Française, του Deutsches Theater του Βερολίνου, στην Πράγα, στο Μόναχο, μεταφράζεται σε πολλές γλώσσες, λαμβάνει την υποτροφία Beaumarchais-SACD, το Βραβείο των Ημερών των συγγραφέων στη Λυών. Το έργο Le Torticolis de la girafe ανεβαίνει στη σκηνή του Θεάτρου του Rond-Point. Γράφει επίσης ραδιοφωνικά έργα για το France culture και το France Inter. Από το 2010 διοργανώνει με τον Moreau (ψευδώνυμο του Frédéric Mauvignier) αναγνώσεις σ’ ένα μπαρ του 10ου διαμερίσματος του Παρισιού, που φέρει το όνομα Train de vie, προσκαλώντας μια φορά το μήνα διάφορους συγγραφείς. Τελευταία δημοσίευση : το έργο Une fille sans personne που ανεβαίνει στο θέατρο Avant-scène.
*****
Το Γαλλικό Ινστιτούτο Ελλάδος και το Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης, συνεχίζουν για δεύτερη στη σειρά χρονιά, το θεσμό «Το Γαλλικό Θέατρο à la Grecque» που αγκαλιάστηκε με θέρμη από το θεατρόφιλο κοινό και παρουσιάζουν έξι νέες θεατρικές παραγωγές (μία παραπάνω από το προηγούμενο), με έξι σύγχρονα γαλλικά θεατρικά έργα, που μεταφράστηκαν ειδικά στα ελληνικά, και παραδόθηκαν σε έξι ταλαντούχους Έλληνες σκηνοθέτες της νεώτερης γενιάς, για την πρώτη παρουσίασή τους στη χώρα.

Η σύγχρονη γαλλική δραματουργία για μία ακόμη φορά εντυπωσιάζει με τον πλούτο, την ανατρεπτική ματιά και την τόλμη της. Στον ειδικά διαμορφωμένο υπόγειο χώρο του Ιδρύματος Μιχάλης Κακογιάννης, από τις 14 έως τις 31 Μαΐου 2015, οι έλληνες καλλιτέχνες του θεάτρου αναμετρώνται με έργα απρόσμενα και αποκαλυπτικά που μιλούν για το κενό της αγάπης και τη φαντασίωση της φυγής, την κρίση -οικονομική και κοινωνική-, τη βία της οικογένειας, τον ομοφοβικό ρατσισμό, την αποικιοκρατία, την αιματηρή εξουσία, τις αξίες του θεάτρου. Έργα με χαρακτήρες, εκεί γύρω στην εφηβεία, που αναζητούν έναν πάντα αλλού παράδεισο, ή μεγαλύτεροι που στο σκηνικό ημίφως ή και άπλετο φως, αποκαλύπτουν μύχια μυστικά, ενοχές ζωής και σκοτεινές σελίδες της ιστορίας σε διαλόγους με σκληρότητα, χιούμορ, ειρωνεία, κυνισμό.
Με νύξεις αυτοβιογραφικές και μη, αλλά σίγουρα με θεματική πολυεπίπεδη, τα έξι έργα ανοίγουν διάλογο με την ιστορία και το σήμερα, τις ηθικές αξίες και την σπαρασσόμενη συνείδηση του κόσμου, φωτίζοντας παράλληλα φαινόμενα και πλευρές που συνθέτουν και συχνά οριοθετούν τον ανθρώπινο ψυχισμό, όπως και τον κόσμο του σήμερα.

Έξι πολύ διαφορετικοί μεταξύ τους Γάλλοι συγγραφείς: η Καρίν Λακρουά με το έργο Burn baby burn, ο Σιμόν Γκρανζά με το έργο Τ.Ι.Ν.Α., ο Ολιβιέ Πυ με το έργο Θέατρα, ο Πασκάλ Ραμπέρ με το έργο Το τέλος του έρωτα, ο Ενζό Κορμάν με το έργο Η θύελλα επιμένει, και ο Ζαν – Λυκ Λαγκάρς με το έργο Ακριβώς το τέλος του κόσμου μαζί με τους έξι πολύ διαφορετικούς Έλληνες σκηνοθέτες: Βάσια Ατταριάν, Αλέξανδρο Ευκλείδη, Violet Louise (Λουίζα Κωστούλα), Κ. Αλέξη Αλάτση, Κωνσταντίνο Χατζή και Ένκε Φεζολλάρι εμπνέονται και δημιουργούν για το σύγχρονο κόσμο!

Τα έργα: «Ἀκριβῶς τὸ τέλος τοῦ κόσμου» του Ζαν – Λυκ Λαγκάρς, «Ἡ θύελλα ἐπιμένει» του Ενζό Κορμάν , «Burn baby burn» της Καρίν Λακρουά, «Τὸ τέλος τοῦ ἔρωτα» του Πασκάλ Ραμπέρ και «Θέατρα» του Ολιβιέ Πυ κυκλοφορούν στα ελληνικά από τις Εκδόσεις ΑΓΡΑ

Το Πρόγραμμα των παραστάσεων

14, 15, 16 Μαΐου 2015, στις 21:00
Burn baby burn
Καρίν Λακρουά/ Carine Lacroix
Μετάφραση: Εργαστήρι μετάφρασης του Γαλλικού Ινστιτούτου με τη συμμετοχή των: Σιμόνης Αθανασίου, Παναγιώτας Δρυ, Βίκυς Καμπούρη και Γιώργου Σαραμάσκου. Διεύθυνση και επιμέλεια μετάφρασης: Δήμητρα Κονδυλάκη
Σκηνοθεσία: Βάσια Ατταριάν

17, 18, 19 Μαΐου 2015, στις 21:00
Τ.Ι.Ν.Α., μια σύντομη ιστορία για την κρίση
Σιμόν Γκρανζά / Simon Grangeat
Μετάφραση: Έφη Γιαννοπούλου
Σκηνοθεσία: Αλέξανδρος Ευκλείδης

20, 21, 22 Μαΐου 2015, στις 21:00
Θέατρα /Théâtres
Ολιβιέ Πυ / Olivier Py
Μετάφραση: Μαρία Ευσταθιάδη
Σκηνοθεσία: Violet Louise (Λουίζα Κωστούλα),

23, 24, 25 Μαΐου 2015, στις 21:00
Το τέλος του έρωτα / Clôture de l’Amour
Πασκάλ Ραμπέρ / Pascal Rambert
Μετάφραση: Νικολίτσα Αγγελακοπούλου
Σκηνοθεσία: Κ. Αλέξης Αλάτσης

26, 27, 28 Μαΐου 2015, στις 21:00
Η θύελλα επιμένει/ Toujours l’orage
Ενζό Κορμάν/ Enzo Cormann
Μετάφραση: Μαρία Ευσταθιάδη
Σκηνοθεσία: Κωνσταντίνος Χατζής

29, 30, 31 Μαΐου 2015, στις 21:00
Ακριβώς το τέλος του κόσμου / Juste la fin du monde
Ζαν – Λυκ Λαγκάρς / Jean-Luc Lagarce
Μετάφραση: Ανδρέας Στάικος
Σκηνοθεσία: Ένκε Φεζολλάρι

Φωτογραφίες Παραστάσεων: Άγγελος Μπάλλας
Φωτογραφίες παράστασης Η θύελλα επιμένει: Γεωργία Λένη
Φωτογραφίες παράστασης Ακριβώς το τέλος του κόσμου: Βενετία Βενετιάδη
Video: Μιχάλης Ρουμπής (Σκηνοθεσία), Αντώνης Κουνέλλας (Διεύθυνση Φωτογραφίας), Άγγελος Μπάλλας (Μοντάζ)

Συμπαραγωγή: Γαλλικό Ινστιτούτο Ελλάδος & Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης
Σε συνεργασία με: SACD & COPIE PRIVÉE
Χορηγοί Επικοινωνίας
Alpha
Αθηνόραμα
Culturenow.gr, The Toc, Theatromania, Bookpress
2ο Φεστιβάλ Σύγχρονου Θεάτρου
«Το Γαλλικό Θέατρο à la Grecque»
Γαλλικό Ινστιτούτο Ελλάδος – Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης
Από Πέμπτη 14 έως Κυριακή 31 Μαΐου 2015
Στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης

Αίθουσα: Ειδικά διαμορφωμένος υπόγειος χώρος
Ώρα έναρξης όλων των παραστάσεων: 21:00
Τιμή εισιτηρίων: 10€, γενική είσοδος, ανά παράσταση

Εισιτήρια προπωλούνται:
• Στα ταμεία του Ιδρύματος M. Κακογιάννης (Πειραιώς 206, Ταύρος)Δευ-Παρ 11:00 – 14:00 και τα απογεύματα μία ώρα πριν την παράσταση
• Αγορά με πιστωτική κάρτα: 210 3418579, Δευ-Παρ 11:00 – 14:00 και στην Ιστοσελίδα του Ιδρύματος www.mcf.gr
• Στα Εκδοτήρια Ticket Services Πανεπιστημίου 39 (Στοά Πεσματζόγλου)
• Σε επιλεγμένα καταστήματα Forthnet (Πειραιά, Καλλιθέας (Θησέως), Αιγάλεω, Συντάγματος, Γλυφάδας, Αμαρουσίου. Αγίου Δημητρίου, Νέας Σμύρνης)
Στάθμευση στο εμπορικό κέντρο athensheart
Οι θεατές των παραστάσεων του ΙΜΚ δικαιούνται δωρεάν στάθμευση στο Parking του εμπορικού κέντρου Athens Heart από Δευτέρα έως Σάββατο από τις 08:00 – 22:00. Από τις 22:00 έως τη 01:00 η χρέωση είναι 2,5€ και 1€ για κάθε επιπλέον ώρα στάθμευσης μετά από τη 01:01. Τις Κυριακές οι θεατές των παραστάσεων του ΙΜΚ θα επιβαρύνονται με 2,5€ για χρήση του parking από τις 10:00 έως 01:00. Από τις 01:01πμ θα επιβαρύνεται με κόστος 1€ για κάθε επιπλέον ώρα.

Γαλλικό Ινστιτούτο Ελλάδος
Σίνα 31, 10680 Αθήνα, τηλ. +30 210 3398 600, φαξ. +30 210 3646 873
Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο: ifa@ifa.gr Ιστοσελίδα: www.ifa.gr

Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης
Πειραιώς 206, Ταύρος, Αθήνα 177 78, τηλ. 210 3418 550, φαξ. 210 3418 570
Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο : info@mcf.gr Ιστοσελίδα: www.mcf.gr

***********

Αναλυτική Παρουσίαση υπολοίπων έργων/παραστάσεων
Τ.Ι.Ν.Α. , μια σύντομη ιστορία για την κρίση
Σιμόν Γκρανζά/ Simon Grangeat

Μετάφραση: Έφη Γιαννοπούλου
Σκηνοθεσία: Αλέξανδρος Ευκλείδης
Σκηνικό-κοστούμια: Σωτήρης Στέλιος
Συνεργάτης σκηνοθέτης: Μαριάννη Τζαννή

Παίζουν: Πολυξένη Ακλίδη, Γιώργος Δάμπασης, Έκτορας Λιάτσος

Σημείωμα: Αλέξανδρος Ευκλείδης
Τ.Ι.Ν.Α. – Ιστορικοποιώντας το παρόν

Ένα από τα μεγάλα επιτεύγματα του θεάτρου του 20ού αιώνα υπήρξε αυτό που αποκαλούμε χονδροειδώς “πολιτικό θέατρο”. Ήταν ένα επίτευγμα λιγότερο πολιτικό και περισσότερο καλλιτεχνικό, από την άποψη ότι έδινε νέες δυνατότητες σε μία τέχνη που ήταν κουρδισμένη, για περισσότερες από δύο χιλιετίες, στην αναπαραγωγή των σχέσεων εξουσίας που διατρέχουν την κοινωνική κατασκευή. Κύρια διαδικασία του πολιτικού θεάτρου υπήρξε η ιστορικοποίηση, αντί να παρουσιάσει τον κόσμο ως αμετάβλητο, το θέατρο είχε πια τη δυνατότητα να δείχνει στο θεατή αυτό που, μοιραία, υπερέβαινε τη δυνατότητα του βλέμματός του: το μεγάλο κάδρο της Ιστορίας, που μπόρεσε να χωρέσει επιτέλους στο κάδρο της σκηνής.
Η Τ.Ι.Ν.Α., έργο στο οποίο ο συγγραφέας του, Σιμόν Γκρανζά, δίνει τον υπότιτλο “μια σύντομη ιστορία της κρίσης”, βρίσκεται στη λογική συνέχεια του “πολιτικού θεάτρου” του 20ού αιώνα, δίνοντας, ωστόσο, ορισμένες χαρακτηριστικές του 21ου αιώνα, προεκτάσεις. Ιστορικοποιεί το παρόν, χρησιμοποιεί δηλαδή την εποχή πολιτικής κοσμογονίας που ζούμε ως πρώτη ύλη μιας αυτοαναφορικής αλληγορίας. Και, καθώς ο κόσμος μας είναι πια κατακλυσμένος από έναν ακατάσχετο δημόσιο λόγο, που σπάνια υπερβαίνει την ανατροφοδοτούμενη κοινοτοπία, χρησιμοποιεί τα πολιτικά, κοινωνικά, επιστημονικά, δημοσιογραφικά στερεότυπα ως πρώτη ύλη για να αναπλάσει σκηνικά, με ειρωνεία και κυνισμό, το δυστοπικό τοπίο του μετα-δημοκρατικού δυτικού κόσμου της κρίσης. Τέλος, επιχειρεί με συγκινητική ειλικρίνεια να κάνει το θέατρο χρήσιμο για το θεατή αλλά και για τους δημιουργούς του, καθώς επιθυμεί να του δείξει τους (όλο και πιο) περίπλοκους μηχανισμούς που μετέρχονται οι (όλο και πιο) περίπλοκοι μηχανισμοί εξουσίας για να υποδουλώσουν άτομα και κοινωνίες. Το έργο του Σιμόν Γκρανζά βρίσκεται στην υπηρεσία αυτού που ο προπάτορας Μπρεχτ αποκαλούσε “τη μεγάλη υπόθεση της αλλαγής”.
Ένας προσωπικός επίλογος: Έχοντας διανύσει μια αρκετά μακρά πορεία ως σκηνοθέτης του μουσικού θεάτρου, δοκιμάζομαι τώρα, με την Τ.Ι.Ν.Α., και στο θέατρο πρόζας, χάρη στην πρόσκληση του Ιδρύματος Μιχάλης Κακογιάννης και του Γαλλικού Ινστιτούτου. Η συνεργασία με τους τρεις υπέροχα ανόμοιους ηθοποιούς (την Πολυξένη Ακλίδη, τον Γιώργο Δάμπαση και τον Έκτορα Λιάτσο), καθώς και με τους συνεργάτες μου Μαριάννη Τζαννή και Σωτήρη Στέλιο, μου έμαθε τη χαρά της μοιρασμένης δημιουργίας, που σπάνια επιτυγχάνεται στο λυρικό θέατρο. Σε ένα έργο που μιλάει για την γενεαλογία της κρίσης, που τόσο πικρά βιώνουμε σε όλα τα επίπεδα του ιδιωτικού και δημόσιου βίου μας, η δυνατότητα του θεάτρου να φτιάχνει ουτοπικούς πυρήνες δημοκρατικής δημιουργίας, όπου οι μηχανισμοί εξουσίας αποσυντίθενται στην πράξη, είναι μια χειρονομία ουσιαστικής αντίστασης στη βάρβαρη λαίλαπα του ύστερου, μετα-δημοκρατικού και αυτοκαταστροφικού καπιταλισμού.

Σημείωμα: Έφη Γιαννοπούλου

Το ΤΙΝΑ του Σιμόν Γκρανζά είναι ένα έργο για την οικονομική κρίση. Πιο πολύ όμως είναι προϊόν μιας επιθυμίας κατανόησης και μιας συλλογικής δουλειάς προκειμένου να επιτευχθεί αυτή η κατανόηση. Και ταυτοχρόνως συνιστά άρση ενός αποκλεισμού, ανασκευή μιας παγιωμένης βεβαιότητας ότι ο περί την οικονομία λόγος είναι απρόσιτος στους πολλούς, και δη στους καλλιτέχνες, και αποκλειστικό προνόμιο κάποιων ειδικών τεχνοκρατών.
Ο Γκρανζά αποφασίζει να καταλάβει την κρίση και να την καταστήσει θέαμα, θέατρο, προσιτό στο ευρύ κοινό. Το ΤΙΝΑ αναζητά τα αίτια της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης στις ΗΠΑ και στην κατάρρευση της Lehman Brothers και της αγοράς της στεγαστικής πίστης, για να φτάσει μέχρι την οργανωμένη χρεοκοπία ολόκληρων κρατών. Με τη μορφή ενός πολιτικού καμπαρέ, το έργο στήνεται με κέντρο τρεις ηθοποιούς-αφηγητές που συντονίζουν κατά κάποιον τρόπο τη ροή της αφήγησής του και υπενθυμίζουν κάθε φορά τη θεατρικότητά της, και εναλλάσσει σύντομα σκετς με διαφορετικούς συνήθως πρωταγωνιστές, που παρουσιάζουν διάφορα επεισόδια της ιστορίας της κρίσης. Για τον μεταφραστή του κειμένου στα ελληνικά, το έργο αποδεικνύεται κατ’ αρχάς οικείο. Η ελληνική εμπειρία της κρίσης μάς έφερε πολύ συχνά αντιμέτωπους τόσο με την ορολογία όσο και με τα γεγονότα που περιγράφει ο Γκρανζά. Όροι όπως CDS, CDO, primes, subprimes κτλ. καταλαμβάνουν συχνά τα τελευταία χρόνια, και μάλιστα αμετάφραστα, τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων και τα βραδινά δελτία ειδήσεων. Άλλωστε κι εδώ έγιναν απόπειρες να εκλαϊκευτεί με παρόμοιο τρόπο ο δυσπρόσιτος λόγος της οικονομίας, να αμβλυνθεί η τρομοκρατική σχεδόν λειτουργία της ειδικής ορολογίας της. Αυτό που κάνει ξεχωριστή τη χειρονομία του Γκρανζά ωστόσο εντοπίζεται σε δύο σημεία: αφενός στη συλλογική ερευνητική δουλειά, φανερή και στις εκτενείς υποσημειώσεις που συνοδεύουν το έργο και που θα μπορούσαν να αποτελέσουν μέρος του, και αφετέρου στην ιλαρότητα της θεατρικής πράξης, μια απόδειξη ότι όχι μόνο μπορούμε να κατανοήσουμε την οικονομική κρίση, αλλά και να γελάσουμε απελευθερωτικά μαζί της.

Σιμόν Γκρανζά. Ξεκινά τη διαδρομή του στο θέατρο το 1998 ως ιδρυτικό μέλος του Traversant 3, μιας καλλιτεχνικής ομάδας που απευθύνεται στο νεανικό κοινό. Παρουσιάζεται με τη διπλή ιδιότητα του συγγραφέα και του σκηνοθέτη, γρήγορα όμως θα αφιερωθεί αποκλειστικά στη συγγραφή. Τα έργα του, που άλλοτε απευθύνονται στο νεανικό και άλλοτε στο ενήλικο κοινό, συνδυάζουν μια ποιητική γλώσσα με την παρέμβαση στα κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα της επικαιρότητας. Έχει συμμετάσχει σε πολλά εργαστήρια και residencies συγγραφής, τα έργα του έχουν παρουσιαστεί σε αναγνώσεις στην Comédie Française, το Φεστιβάλ της Αβινιόν, το Théâtre du Rond-Point, στο Théâtre Panta κ.ά. Πέρα από την προσωπική του δημιουργία, συμμετέχει σε ποικίλες εκδηλώσεις και δράσεις για τη σύγχρονη θεατρική γραφή.
Το 2014, με πρωτοβουλία του Panta Théâtre της Caen, σε συνεργασία με το Βυρσοδεψείο (καλλιτεχνική διεύθυνση: Έλλη Παπακωνσταντίνου), το έργο T.I.N.A. του Simon Grangeat, μεταφράστηκε στα ελληνικά και παρουσιάστηκε σε πρώτη ανάγνωση σε σκηνοθεσία του Guy Delamotte, με έλληνες ηθοποιούς, στο Βυρσοδεψείο στην Αθήνα.
*******

Θέατρα/ Théâtres
Ολιβιέ Πυ/ Olivier Py

Μετάφραση: Μαρία Ευσταθιάδη
Σκηνοθεσία – Μουσική: Violet Louise (Λουίζα Κωστούλα)
Σκηνογραφία- Κοστούμια: Νίκος Αναγνωστόπουλος
Φωτισμοί: Θωμάς Οικονομάκος
Δημιουργική ομάδα για τον Οπτικό και Ηχητικό Σχεδιασμό (Studio 19, Άρης Παυλίδης)

Performers: Παναγιώτης Γαρμπής, Violet Louise (Λουίζα Κωστούλα),

Σημείωμα: Violet Louise (Λουίζα Κωστούλα)
Λίγες συστάσεις χρειάζονται για τον Olivier Py. Θεωρείται από τους σημαντικότερους εν ζωή εκπροσώπους της σύγχρονης γαλλικής δραματουργίας, ενώ είναι παράλληλα ηθοποιός και σκηνοθέτης. Από το 1988 που εμφανίστηκε στο θέατρο ως συγγραφέας, εδραιώθηκε στη γαλλική σκηνή με έργα στα οποία παίζει και σκηνοθετεί. Μη διστάζοντας να διακηρύξει τόσο τη ρωμαιοκαθολική πίστη του όσο και την ομοφυλοφιλία του, ο Οlivier Py δημιουργεί στα έργα του ένα σύμπαν, με οδηγό έναν κυρίαρχο, παραληρηματικό λόγο. Το θέατρο ανάγεται σε θρησκεία που ευαγγελίζεται τη ριζική επανανοηματοδότηση του σύγχρονου κόσμου.

Τα Θέατρα (Théâtres) είναι ένα από τα πρώτα έργα του Olivier Py, με στοιχεία αυτοβιογραφικά. Το κείμενο αποτελείται από δώδεκα κεφάλαια, σαν ένα προσωπικό ημερολόγιο. Η πρώτη σκηνή ξεκινά με μία πράξη βἰας. Το μαχαίρωμα ενός νέου στο δημόσιο δρόμο. Καθώς πεθαίνει θυμάται σαν ανάμνηση, τα σημαντικότερα κεφάλαια της ζωής του, ανακαλεί τα τραύματα του, που τον οδήγησαν στο να ασχοληθεί με το θέατρο και τη συγγραφή.
Ο Οlivier Py, με καταγωγή γαλλοαλγερινή, θέτει το ζήτημα της βίας στο τραπέζι από πολλές πλευρές. Από τη σκοτεινή πλευρά της απιοικιοκρατίας στον πόλεμο Γαλλίας Αλγερίας, τον ομοφοβικό ρατσισμό, τη βία των πεζοδρομίων στις μεγάλες πόλεις, τα εγκλήματα που διαπράττονται μέσα στις οικογένειες. Τα παιδιά που μεγαλώνουν στις πόλεις χωρίς ιδανικά και προσανατολισμό, που ψάχνουν νόημα, σε ένα κόσμο χωρίς ηθικές αξίες, θα μπορούσαν, κατά τον Py να ξαναβρούν το νήμα της ζωής μέσα από τη δημιουργία, μέσα από το Θέατρο.
Η ομοίωση, το μη πραγματικό του Θεάτρου φέρει και την κάθαρση. Μέσα από εκεί, και το μεγαλύτερο μαρτύριο καθαγιάζεται, οι ουλές επουλώνονται. Το κείμενο αυτό του Py, είναι ένα μανιφέστο κατά της βίας και της αιματηρής εξουσίας. Είναι μία ισχυρή δήλωση, κόντρα και στο πνεύμα της εποχής μας, με την οποία ο συγγραφέας δηλώνει ότι καλύτερα να είσαι θύμα παρά θύτης, βασανιζόμενος παρά βασανιστής. Ακόμα και αν χρειαστεί να προσφέρεις τις πληγές σου, στο βωμό της βλακείας και της ανθρώπινης θηριωδίας.

Σημείωμα: Μαρία Ευσταθιάδη

ΑΥΤΑ ΤΑ ΘΕΑΤΡΑ
στήνουμε θέατρα και σκηνικά,
όμως η μοίρα μας πάντα νικά
και τα σαρώνει και μας σαρώνει
Γιώργος Σεφέρης

Ποιητής, θεατρικός συγγραφέας, μυθιστοριογράφος, σκηνοθέτης, θεατρίνος, τραγουδιστής, ομοφυλόφιλος, αριστερός, θρήσκος καθολικός, ο πενηντάχρονος Ολιβιέ Πυ, νυν διευθυντής του Φεστιβάλ της Αβινιόν, κατοικεί το θέατρο από το 1988. Τα ίδια περίπου θέματα διασταυρώνονται και στοιχειώνουν το σύμπαν του Πυ : «το» πολιτικό, η Τέχνη, το σεξ, η πίστη, η φιλοσοφία, η οικογένεια, με ένα τρόπο που μόνο στο θέατρο μπορούν να αρθρωθούν.
Στο έργο «Θέατρα», με πολλές αυτοβιογραφικές νύξεις, υπάρχουν καταστάσεις που είναι αδύνατο να αναπαρασταθούν, ωστόσο τίποτα δεν είναι ακατανόμαστο. Πέντε πρόσωπα μοιράζονται τη σκηνή, περνώντας από τη μυθοπλασία στην εξομολόγηση, από το θεατρικό δρώμενο στην ανάμνηση, από την επικαιρότητα στη μυθολογία: Εγώ, ο Δήμιος μου, ο Πατέρας μου, η Μητέρα μου και ο Τράγος. Ο Δήμιος μου είναι ένα επαρχιοτόπαιδο με τατουάζ στον ώμο του τη γαλλική σημαία. Ο Πατέρας μου ένας δολοφόνος μικρού κανίς και διαμελιστής αγριόχοιρου. Η Μητέρα μου απούσα και σκληρή μια εκδικητική αστή, ο Εγώ, πότε φοβισμένο και διεστραμμένο αγόρι, πότε εγκαταλειμμένο παιδί, μια κατασκευή του νου. Ο Τράγος είναι ίσως ο μόνος που διαθέτει κάποια ίχνη ανθρωπιάς. Ο Εγώ εμφανίζεται ως θύμα, ένας ανάμεσα στους τόσους θυσιασμένους: «Μη με ρωτάτε γιατί μ’ αρέσει να με χτυπούν, μη με ρωτάτε γιατί έχω ανάγκη να με ταπεινώνουν, είναι ο μόνος τρόπος να πω πως αν ανήκω στην οικογένεια των δήμιων, είναι παρά τη θέλησή μου! Άθελά μου!».
Απεχθάνεται τις μεταφορές, το κρυστάλλινο ύφος της Μαντάμ ντε Σεβινιέ, τους σιωπηλούς πατεράδες τις μητέρες-αρπαχτικά. Τραγουδάει τους ανώνυμους θανάτους και τους λησμονημένους. Φαντάζεται τον εαυτό του μαχαιρωμένο από έναν κουκουλοφόρο νεαρό, προτού μιλήσει για επαναλαμβανόμενες μαζοχιστικές συγκινήσεις, ανάμεσα σε μια μητέρα κτητική, τσιγκούνα, απωθητική και ένα πατέρα άξιο περιφρόνησης χαρακτηρίζοντάς τους «σφαγείς Αράβων». Ημίγυμνος με μια μαχαιριά ζωγραφισμένη στο πλευρό του, μισός Απόλλων μισός Χριστός, υπό την προστασία του Τράγου της αρχαίας τραγωδίας, ο Πυ-Εγώ εμφανίζεται ως η σπαρασσόμενη συνείδηση του κόσμου.

Olivier Py. Συγγραφέας, σκηνοθέτης και ηθοποιός, ο Olivier Py γεννήθηκε το 1965. Μετά τις σπουδές του στην Ανώτατη Δραματική Σχολή Ensatt, μπήκε το 1987 στο Conservatoire national supérieur d’Art dramatique, ενώ παράλληλα σπούδασε θεολογία. Το 1988, το πρώτο του έργο με τίτλο Des oranges et des ongles, σκηνοθετεί ο Didier Lafaye. Την ίδια χρονιά, ο Olivier Py ιδρύει τη δική του εταιρεία. Έκανε αίσθηση στο Φεστιβάλ της Αβινιόν το 1995 προτείνοντας το La Servante, histoire sans fin,έναν κύκλο έργων που διαρκεί 24 ώρες. Το 1998, διορίζεται στη διεύθυνση του Centre dramatique national d’Orléans και στη συνέχεια αναλαμβάνει τη διεύθυνση του Odéon – Théâtre de l’Europe από το 2001 έως το 2007.
Το 2013, του ανατίθεται η διεύθυνση του Φεστιβάλ της Αβινιόν όπου είχε εμφανιστεί πολλές φορές, κυρίως το 2006, για να σκηνοθετήσει στην Cour d’honneur du Palais des papes ένα αφιέρωμα στον Jean Vilar, με τίτλο L’Énigme Vilar.
Τα κείμενά του είναι σημαντικά: αναφέρουμε από τις εκδόσεις Actes Sud τα Paradis de tristesse (2002), Les Mille et Une Définitions du théâtre (2013), Siegfried, nocturne (2013) και τα σημαντικά θεατρικά έργα μεταξύ άλλων τα Epitre aux jeunes acteurs, Les enfants de Saturne, Les ballad s de Miss Knife και Orlando ou l’Impatience.
*******
Το τέλος του Έρωτα/ Clôture de l’Amour
Πασκάλ Ραμπέρ / Pascal Rambert

Μετάφραση: Νικολίτσα Αγγελακοπούλου
Σκηνοθεσία – Ερμηνεία: Κ. Αλέξης Αλάτσης, Ιουλία Σιάμου
Σκηνικός Χώρος – Κοστούμια: Θάνος Βόβολης
Φωτισμοί: Κ. Αλέξης Αλάτσης
Σημείωμα: Κ. Αλέξης Αλάτσης

Με συγχωρείς για το παράδειγμα αλλά μόνο αυτό μου έρχεται στο μυαλό
ο αμετάβλητος ορισμός του θεάτρου
κάποιος μιλά
κάποιος άλλος παρεμβαίνει
και λέει δεν συμφωνώ

λέει η γυναίκα στον άντρα. Λέει η γυναίκα-ηθοποιός στον άντρα-σκηνοθέτη. Με όρους πρόβας θεάτρου, πάνω σε μια άδεια σκηνή θεάτρου, με διαδοχικούς μονολόγους, ατελείωτους, σε ένα πόλεμο λέξεων. Ένα έργο για τα ασύμβατα θέλω και τους διαφορετικούς ρόλους στον έρωτα, και στη δουλειά, δύο ζώων της σκηνής.
Αντιστρέφοντας τους άξονες της θέασης και μετατρέποντας κάθε φορά αυτόν που σιωπηλά ακούει σε καθρέφτη, σε πρίσμα των λέξεων που τον βομβαρδίζουν, σε σχεδόν ακίνητο κέντρο της προσοχής, ακολουθώ τον συγγραφέα που βάζει τον άντρα να λέει:
Και μήπως η Τέχνη δεν είναι
η δική σου η Τέχνη
δεν βρίσκεται εξ’ ολοκλήρου μέσα σ’ αυτή την αναπνοή
στον τρόπο σου να ακούς;

Αυτό που αναγνωρίζουν οι δύο πρωταγωνιστές για την δουλειά τους στο θέατρο, το έχουν ξεχάσει στην ιδιωτική τους ζωή. Κι ο έρωτας είναι αυτό: να ξέρεις να ακούς τον Άλλο. Ως σκηνοθέτης, πιστεύω σε ένα θέατρο της ακοής. Ένα θέατρο που ζητάει από τον θεατή να ξαναδεί τις λέξεις πίσω από την βολή και την επιφάνεια των εικόνων. Και που ζητάει από τους ερμηνευτές να δώσουν σώμα και ρυθμό στις λέξεις, αναπνοή και χώρο πάνω στη γυμνή σκηνή – και αυτό προσπαθήσαμε.

Σημείωμα: Νικολίτσα Αγγελακοπούλου
Το «Τέλος του έρωτα» είναι μία ωδή στον αποχωρισμό. Δύο μονόλογοι σε αντίλογο συνθέτουν τον επίλογο του έρωτα, το τέλος μιας σχέσης. Πρωταγωνιστές ο Σταν και η Όντρεϊ, αντίπαλοι σε μία μάχη με όπλα τις λέξεις. Αναμνήσεις, βιώματα, συναισθήματα, πραγματικό και φαντασιακό, ζωή και τέχνη παρασύρονται σε μία λεκτική δίνη που θα αφήσει πίσω της ερείπια. Το κοινό παρελθόν δίνει τη θέση του σε ένα οδυνηρό παρόν, σε ένα μέλλον απόν. Ο Pascal Rambert με ένα λόγο άμεσο, επιμελώς ακατέργαστο χορο-γραφεί ένα « διάλογο » όπου ο λόγος, η σιωπή και το σώμα, σαν εναλλασσόμενο μοτίβο, γίνονται το κέντρο της θεατρικής πράξης. Ένας καταιγισμός λέξεων χωρίς στίξη που άλλοτε αποδρούν άναρχα, εκτροχιάζονται, επαναλαμβάνονται, επιστρέφουν, άλλοτε υποτάσσονται και άλλοτε σαν λεπίδες, σαν σφαίρες σημαδεύουν, εκτοξεύονται και εκτελούν. Ανάμεσά στις λέξεις- πυρά κείτεται ο έρωτας. Νεκρός.
Pascal Rambert (1962). Είναι συγγραφέας, σκηνοθέτης και χορογράφος.
Διευθύνει από το 2007 το T2G-Théâtre de Gennevilliers, το οποίο μετέτρεψε σε Εθνικό Κέντρο Σύγχρονης Θεατρικής Δημιουργίας.
Όλα τα έργα του έχουν παρουσιαστεί στο εξωτερικό, στην Ευρώπη, στη Β. Αμερική, στη Β. Αφρική, στη Ρωσία και στην Ασία.
Τα κείμενά του, από τις εκδόσεις Solitaires Ιntempestifs, έχουν επίσης μεταφραστεί και δημοσιευθεί σε πολλές γλώσσες όπως Αγγλικά, Ρώσικα, Ιταλικά, Γερμανικά, Ιαπωνικά, Κινέζικα, Κροατικά, Σλοβένικα, Πολωνικά, Πορτογαλικά, Ολλανδικά, Δανέζικα, Ισπανικά, Καταλανικά.
Όσον αφορά τα χορογραφικά του έργα, εκ των οποίων το Memento Mori που δημιούργησε το 2013, έχουν επίσης παρουσιαστεί στα σημαντικότερα φεστιβάλ ή σε μέρη προορισμένα για το σύγχρονο χορό, όπως το Μονπελιέ, η Αβινιόν, η Ουτρέχτη, η Γενεύη, η Λιουμπλιάνα, τα Σκόπια, η Μόσχα, το Αμβούργο, η Μόντενα, το Φράιμπουργκ, το Τόκιο.
Επίσης, σκηνοθέτησε πολλές όπερες στη Γαλλία και στις ΗΠΑ και γύρισε ταινίες μικρού μήκους που επιλέχθηκαν και ήταν πρώτες στα φεστιβάλ του Pantin, του Λοκάρνο, του Μαϊάμι και του Παρισιού.

Το τελευταίο θεατρικό του έργο Το τέλος του έρωτα, δημιουργία για το φεστιβάλ της Αβινιόν το 2011, με την Audrey Bonnet και τον Stanislas Nordey, γνώρισε παγκόσμια επιτυχία. Έχει παιχτεί πάνω από 140 φορές και έχει αποσπάσει πολλά βραβεία.

Αυτή την περίοδο γράφει – και το 2016 θα σκηνοθετήσει – το έργο Actrice για τους ηθοποιούς του Θεάτρου Τέχνης της Μόσχας, καθώς και το L’enlèvement d’Europe για τους ηθοποιούς του Εθνικού Θεάτρου του Ζάγκρεμπ.
Το 2016 θα ανεβάσει το έργο του με τίτλο Argument στην Comédie de Reims και στο T2G-Théâtre de Gennevilliers.

*********

Η θύελλα επιμένει / Toujours l’orage
Ενζό Κορμάν/ Enzo Cormann

Μετάφραση: Μαρία Ευσταθιάδη
Σκηνοθεσία-φωτισμοί: Κωνσταντίνος Χατζής
Διαμόρφωση σκηνικού χώρου-Κοστούμια: ομάδα χρώμα
Επιμέλεια Κίνησης: Χριστίνα Βασιλοπούλου
Βοηθοί Σκηνοθέτη: Πάνος Κατσιαούνης – Γεωργία Λένη

Παίζουν:
Τέο Στάινερ: Γιώργος Κοτανίδης
Νάθαν Γκόλντριγκ: Κωνσταντίνος Χατζής
και
Ελπίδα Μεταξά
Bertrand Moreau
Ευδοκία Στατήρη

Τα αποσπάσματα από τον Βασιλιά Ληρ του Ουΐλιαμ Σαίξπηρ είναι από τη μετάφραση του Διονύση Καψάλη
Τα αποσπάσματα από τον Άμλετ και τον Μάκβεθ του Ουίλιαμ Σαίξπηρ είναι από τη μετάφραση του Γιώργου Χειμωνά
Σημείωμα: Κωνσταντίνος Χατζής

Πρέπει ν’ αντέξουμε το βάρος της θλιβερής μας εποχής:
τα λόγια μας να μην τα επιβάλλει το χρέος, αλλά κατάθεση ψυχής.

Είθισται ένας σκηνοθέτης να γράφει ένα μικρό «σημείωμα» με σκοπό να κατατοπίσει τους θεατές σχετικά με τη «ματιά» του πάνω στο έργο, τους σκοπούς και τις προθέσεις του. Αλλά ένα τέτοιο «σημείωμα» περιέχει τον κίνδυνο να προκαταβάλει, να στενέψει τη «φαντασία», να μικρύνει τη δεκτικότητα του θεατή. Αυτό είναι κάτι που θέλω να αποφύγω. Δεν πιστεύω στις προθέσεις που δηλώνονται αλλά στο τελικό αποτέλεσμα. Γιατί τελικά και η πρόθεση από το αποτέλεσμα θα δικαιωθεί. Θα προσπαθήσω λοιπόν να τοποθετήσω το θεατή στην αρχή ενός δρόμου όσο γίνεται πιο «ανοιχτού».
Η εκκίνηση του έργου είναι ρεαλιστική. Ο χώρος κι αυτός ρεαλιστικός. Ο ψυχισμός των προσώπων γνωστός. Τυπική αιτία της συνάντησής τους, το θέατρο. Μια πρόταση για μια παράσταση. Τα δύο πρόσωπα έρχονται από την αρχή αντιμέτωπα. Ωστόσο αυτή η κόντρα ανάμεσά τους είναι επιφανειακή. Φαινομενικά μοιάζουν να έχουν κάτι κοινό. Όσο περνάει η ώρα αναδύονται οι διαφορετικότητες τους, οι φόβοι τους, η αγωνία, ο θάνατος ό,τι εμπεριέχουν. Φανερώνονται οι αιτίες που τα εμποδίζουν να έρθουν σε έναν πραγματικό διάλογο. Ό,τι υπάρχει μέσα τους βρίσκεται στην απόλυτη κορύφωσή του. Το εμπόδιο, το βαθύτερο «σκηνικό» του έργου είναι η Ιστορία. Η Ιστορία που τα εμπλέκει είτε άμεσα είτε έμμεσα, που τα παρασύρει, τα μεταμφιέζει, τα αναστατώνει. Η Ιστορία που νιώθουμε σα να ξαναπαίζεται πάνω στη σκηνή και που τα οδηγεί στην βαθύτερη αλήθεια τους. Σε μια μεγάλη ενοχή. Φυσικά το έργο αυτό μόνο επιφανειακά μπορείς να το ονομάσεις ιστορικό. Μια και η Ιστορία είναι ένα μέσο για να αντικρύσουν μια πραγματικότητα τους εαυτού τους, ή τη μοναδική πραγματικότητά τους όπως ισχυρίζονται τα δύο αυτά πρόσωπα. Κι η ενοχή τους θα τα οδηγήσει σε μια ουσιαστική ένωση, σε μια σύνδεση. Στο τέλος αυτό που έμοιαζε να είναι φαινομενικά μια επιφάνεια, δηλαδή η σχέση τους με το Θέατρο, έστω κι ερήμην τους μεταμορφώνεται και επανατοποθετείται γιατί μοιάζει να φτάνει στον πυρήνα της ουσίας. Χωρίς ωστόσο να δίνεται κάποια συγκεκριμένη απάντηση. Χωρίς να παίρνουν μια συγκεκριμένη θέση. Κι όλα αυτά με μια θύελλα που επιμένει.

Γράφει ο Ενζό Κορμάν

Η θύελλα επιμένει
Ο Nathan Goldring, νέος αυστριακός σκηνοθέτης, προτείνει στον Theo Steiner, εμβληματική μορφή του βιεννέζικου θεάτρου της Μεταπολεμικής περιόδου, να βάλει τέλος σε είκοσι πέντε χρόνια σιωπής και απουσίας, ανεβάζοντας στο Βερολίνο, τον Βασιλιά Lear.
Για ποιο λόγο η φιγούρα του γέρου βασιλιά σε παρακμή γυρίζει τον πρώην ηθοποιό πάνω από μισό αιώνα πίσω, στο γκέτο του Τερεζίν;
«Όταν γεννιόμαστε, κλαίμε για τον ερχομό μας / στο μεγάλο αυτό θέατρο των τρελών», λέει ο Lear.

«Κάθε απόπειρα γραφής, σκηνοθεσίας, ηθοποιίας, στο πλαίσιο αναδρομών στο Ολοκαύτωμα δεν μπορεί παρά να αστοχήσει.
Δεν μπορούμε να εξιστορήσουμε έξι εκατομμύρια υπάρξεις. Και έξι εκατομμύρια νεκρών. Κάθε ένας από τους νεκρούς αποτελεί μέρος των έξι εκατομμυρίων, και γίνεται κατανοητός μόνο μέσα από το πλήθος των εξολοθρευμένων εβραίων της Ευρώπης. Η μεμονωμένη αφήγηση, σημαίνει απομόνωση, άρα απώλεια και προδοσία ταυτόχρονα για όλους τους άλλους. Η αποσιώπηση αντιθέτως, σημαίνει υποχώρηση σε έναν επιφανειακό κόσμο αφιερωμένο στην αναζήτηση των ανέσεων, στη λήθη, στα πλήθη σε παραλήρημα και στο οικιακό κιτς – ο κόσμος των συνηθισμένων εκτελεστών της καταστροφής, εκείνος της μέγιστης αποδοτικότητας – έξι εκατομμύρια εβραίων της Ευρώπης, αντικείμενα της Τελικής Λύσης, αυτός δεν αστόχησε.
Ότι παραμένει ανθρώπινο μέσα μας προσφέρεται στην αποτυχία της εξιστόρησης των ιστοριών αποτυχίας των συνανθρώπων μας. Αναμφίβολα αυτό είναι το κόστος της ανθεκτικότητας αυτής της ιδιαίτερης ανταλλαγής, που παραμένει ενεργή μέσα από το θέατρο: να μην αποκρύψουμε την αποτυχία, από τις αρχές του ποιήματος. Τίποτα δεν πρέπει να αποσιωπηθεί. Ξεκινάμε από εδώ.
Το Toujours l’orage γράφτηκε και σκηνοθετήθηκε στο σταυροδρόμι ιδιαίτερων διαδρομών, όπου συνυπάρχουν τα ερωτήματα γύρω από την έννοια της εβραϊκής ταυτότητας, οι προσωπικές ιστορίες, και οι καλλιτεχνικές διεργασίες μέσα από την ποικιλομορφία τους, κα. Παραμένει το ευρύτερο σχέδιο ενός θεάτρου του λόγου, της περισυλλογής – ένα πολιτικό θέατρο, εάν θέλετε, με την έννοια που αυτό απευθύνεται εσκεμμένα σε ένα κοινό που αντιμετωπίζεται πάνω απ’ όλα ως ένα σύνολο πολιτών – ένα θέατρο μνήμης – ένα θέατρο της περισυλλογής».

Το έργο δημιουργήθηκε στο θέατρο Garonne της Τουλούζης, στις 4 Νοεμβρίου 1997, σε σκηνοθεσία του Henri Bernstein.
Σημείωμα: Μαρία Ευσταθιάδη

ΚΕΚΛΕΙΣΜΕΝΩΝ ΤΩΝ ΘΥΡΩΝ Ο ΙΣΚΙΟΣ ΤΟΥ ΛΗΡ
να γιατί, στο μέλλον, κάθε ύπνος, κάθε θάνατος σε πουπουλένιο κρεβάτι, θα μοιάζει με αμαρτία
Καρλ Κράους

Μια παγωμένη νύχτα, στο τέλος του 20ου αιώνα, σε μια απομονωμένη φάρμα κάπου στη γαλλική επαρχία, ο σαραντάχρονος σκηνοθέτης Νάθαν Γκόλντριγκ μελλοντικός διευθυντής της Neue Bühne στο Βερολίνο, έρχεται να προτείνει στον 76χρονο Τέο Στάινερ, διάσημο ηθοποιό που εξαφανίστηκε ξαφνικά απ’ τη θεατρική σκηνή της Βιέννης, στο απόγειο της δόξας του, το 1971, να παίξει Βασιλιά Ληρ. 13 σκηνές καθεμιά με τίτλο δανεισμένο από φράσεις της σεξπηρικής τραγωδίας.
Ο Στάινερ αρνείται κατηγορηματικά. Ανάμεσα στους δυο άντρες θα παιχτεί μια άγρια παρτίδα σκάκι με πιόνια τις λέξεις όπου εναλλάσσονται σκληρότητα, χιούμορ, ειρωνεία, κυνισμός. Στην πορεία θα μάθουμε πως ο εβραίος ηθοποιός είχε παίξει το ρόλο του Έντγκαρ το 1944, στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Τερεζίν, όπου οι ναζί “ενθάρρυναν” τους έγκλειστους καλλιτέχνες να ασκούν την τέχνη τους – μουσική, οπερέτα, θέατρο. Και πως έτσι, κερδίζοντας την εύνοια του Untersturmführer, εξαγόρασε τη ζωή του με αντάλλαγμα την αποστολή και την εξολόθρευση της οικογένειάς του στο Άουσβιτς. Επιτέλους, ο γέρο ερημίτης θα ομολογήσει με οδυνηρό τρόπο την ενοχή του, ενώ ο Γκόλντριγκ θα αποδεχτεί την απόφασή του σπουδαίου ηθοποιού να μην ξαναπαίξει, αποκτώντας με τη σειρά του συνείδηση της απωθημένης εβραϊκής του ταυτότητας. Ίσως μάλιστα και να μείνει μαζί του μακριά από ένα θέατρο στην υπηρεσία της εξουσίας. “Ποιάς νέας βαρβαρότητας θα είμαι άραγε ο γελωτοποιός;» Μήπως το Τερεζίν συνεχίζεται, πέρα από την Ιστορία, σε κάθε θεατρική αίθουσα;
Θέατρο του λόγου, θέατρο πολιτικό, θέατρο μνήμης, στοχασμός πάνω στην δύναμη των λέξεων, το έργο του Ενζό Κορμάν, Η Θύελλα επιμένει, πέρα από ένα θεατρικό έργο για το θέατρο, φωτίζει τις πιο σκοτεινές πλευρές της ιστορίας και σκιαγραφεί με εντυπωσιακό τρόπο το ζήτημα της μετάδοσης του τραύματος της Σοά στην επόμενη γενιά. Γεννιόμαστε και κλαίμε γιατί ήρθαμε σ’ αυτό εδώ το μέγα θέατρο της τρέλας.
Enzo Cormann. Συγγραφέας και δραματουργός. Τα έργα του κυκλοφορούν στη Γαλλία από τις εκδόσεις Éditions de Minuit, Théâtrales, Actes Sud…, και έχουν μεταφραστεί σε πάνω από δέκα γλώσσες.
Αφηγητής και τραγουδιστής, ηχογραφεί και ερμηνεύει με διάφορα τζαζ συγκροτήματα και με τον σαξοφωνίστα Jean-Marc Padovani.
Έχει ηχογραφήσει ραδιοφωνικά μυθιστορήματα για το France Culture, ως συγγραφέας (δώδεκα έργα), ερμηνευτής και συμπαραγωγός.
Συνεργάστηκε με το Κρατικό Θέατρο του Στρασβούργου, το Δραματικό Κέντρο της Valence, και υπήρξε λογοτεχνικός σύμβουλος του θεάτρου Célestins της Λυών.
Δίδαξε στην Ecole Supérieure d’Art Dramatique του Στρασβούργου, και στην Ecole Normale Supérieure της Λυών.

*******
Ακριβώς το τέλος του κόσμου/ Juste la fin du monde
Ζαν – Λυκ Λαγκάρς/ Jean-Luc Lagarce

Μετάφραση: Ανδρέας Στάικος
Σκηνοθεσία – Φωτισμοί – Μουσική Επιμέλεια: Ένκε Φεζολλάρι
Σκηνικά: Χριστίνα Κωστέα
Κοστούμια: Βασιλική Σύρμα
Βοηθός Σκηνοθέτη: Στεφανία Βλάχου

Παίζουν: Ελεονώρα Αντωνιάδου, Νικόλ Δημητρακοπούλου, Αλεξάνδρα Παλαιολόγου, Ιωάννης Παπαζήσης, Βαγγέλης Ψωμάς

Σημείωμα: Ένκε Φεζολλάρι
Ο Λουί βρίσκεται στο τελευταίο στάδιο της «αρρώστιας» του και μετά από μία μακρόχρονη απουσία, επιστρέφει για να ανακοινώσει στην οικογένειά του ότι θα πεθάνει. Όμως, η θλιβερή ανακοίνωση δεν βρίσκει χώρο για να γίνει αφού τα μέλη της οικογένειας, μέσα σε μια χαρούμενη ατμόσφαιρα, «αδειάζουν» τα συναισθηματικά τους βάρη και ο θάνατος παραμένει μυστικό ανάμεσα στον Λουί και τους θεατές.
Ένα έργο για την ανικανότητα της οικογένειας για μία ειλικρινή επικοινωνία μεταξύ των μελών της. Ένα απόλυτα αποκαλυπτικό δράμα για την εικόνα του σύγχρονου ανθρώπου. Μέσα από το κείμενό του ο Λαγκάρς αποκωδικοποιεί το κλασικό αστικό δράμα, εμπλουτίζοντάς το με σύγχρονα στοιχεία και θέτοντας ερωτήματα όπως, η αλλοτρίωση, ο παραλογισμός και η απουσία επαφής. Με σαφείς επιρροές από τον Μπέκετ και τον Καμύ, εντείνει στο έπακρο το αίσθημα της αγωνίας, της δυστυχίας και του θανάτου με επίκεντρο τον άνθρωπο.
Ο θεατής έχει μπροστά του τα μέλη μιας οικογένειας που μετά από πολλά χρόνια, και κατά τη διάρκεια μίας σύντομης συνάντησης, προσπαθούν απεγνωσμένα να αναγνωρίσουν ο ένας τον άλλον και να έρθουν και πάλι κοντά. Αλλά δεν γνωρίζουν ο ένας τον άλλον πια, δεν αγαπούν ο ένας τον άλλον, είναι τελείως ξένοι. Ένα αστείο, τρυφερό και ποιητικό έργο όπου τα πρόσωπα αναζητούν διαρκώς τις σωστές λέξεις και αποτυγχάνουν.
Το έργο μιλά για την θνησιμότητα, τις χαμένες ευκαιρίες, το σημαντικό και το ασήμαντο. Η σιωπηρή παρουσία του θανάτου υπογραμμίζει σημαντικά ερωτήματα σχετικά με την καθημερινότητα των ανθρώπων. Τί μας εμποδίζει να επικοινωνούμε πραγματικά; Τί μας κάνει ευτυχισμένους και τί δυστυχισμένους; Γιατί οι λέξεις δεν μας βοηθούν;
Ένα έργο που μας κάνει να σκεφτούμε την θνητή μας φύση, ένα έργο για την εγκατάλειψη, την αγάπη και την ενοχή. Ένα έργο που στήνει στον τοίχο την «Αγία» οικογένεια.

Σημείωμα: Ανδρέας Στάικος
Ο Λουί στο άνθος της ηλικίας του ή ο Λουί στο απόγειο του μαρασμού, – αδιευκρίνιστα τα όρια ανάμεσα στις δύο καταστάσεις – στην ηλικία των τριάντα τεσσάρων ετών, εγκαταλείπεται στην προσμονή του θανάτου. Εγκαταλείπει τη ζωή ή εγκαταλείπεται από τη ζωή. Το είδος του θανάτου επίσης αδιευκρίνιστο: αυτοκτονία, ανίατος ασθένεια ή ζωντανός θάνατος σε ένα συμβολικό επίπεδο;
Ο Λουί πριν παραδοθεί στην αιώνια σιωπή, προχωρά στη μεγάλη επιστροφή. Η επιστροφή ισοδυναμεί με αποχαιρετισμό. Επιστροφή στη γενέτειρα γη, στην οικογένεια, στα παιδικά χρόνια, στα χρόνια της ωρίμανσης και της φυγής. Η συνάντηση του αποχαιρετισμού είναι άκρως αποκαλυπτική. Η συμβατική επικοινωνία ανάμεσα στα μέλη της τυπικής αυτής οικογένειας είναι το προσωπείο της έλλειψης αγάπης, του εγωισμού, της ερημιάς και του μαρασμού. Ο καθένας, περιχαρακωμένος στον εαυτό του έχει παραδοθεί στο δικό του, προσωπικό θάνατο. Απέναντι στους καθημερινούς, μικρούς ή μεγάλους θανάτους της ζωής, ο πραγματικός θάνατος του Λουί θα είναι η χαρά και η λύτρωση.
Jean-Luc Lagarce. Συγγραφέας και σκηνοθέτης, γεννήθηκε στην Μπεζανσόν όπου σπούδασε φιλοσοφία και στη συνέχεια υποκριτική στο Εθνικό Ωδείο Δραματικής Τέχνης. Το 1997, ιδρύει τον ερασιτεχνικό θεατρικό θίασο, Le Théâtre de la Roulotte. Μαζί με άλλους μαθητές, μεταξύ των οποίων η Mireille Herbstmeyer που έκτοτε θα δουλέψει στο πλευρό του, σκηνοθετεί Μπέκετ, Γκολντόνι και δικά του κείμενα. Όταν, το 1981, ο θίασος του γίνεται επαγγελματικός, το έργο Carthage, encore μεταδίδεται από την εκπομπή Nouveau Répertoire dramatique του Lucien Attoun στον ραδιοφωνικό σταθμό France Culture. Από το 1982, το έργο Le Voyage de Madame Knipper vers la Prusse orientale ανεβαίνει από τον σκηνοθέτη Jean-Claude Fall στο Petit Odéon. Η καριέρα του ως σκηνοθέτης ξετυλίγεται μέσα από 20 περίπου εναλλασσόμενες σκηνοθεσίες κλασσικών έργων (Κρεμπιγιόν υιός, Μολιέρος, Ζωρζ Φεϊντό, Ευγένιος, Ιονέσκο…), διασκευές μη θεατρικών κειμένων καθώς και δικές του δημιουργίες. Το 1992, ο Jean-Luc Lagarce ανεβάζει το έργο-κολάζ, Les Solitaires intempestifs, και ιδρύει τον ομώνυμο εκδοτικό οίκο μαζί με τον πιο στενό του καλλιτεχνικό συνεργάτη, François Berreur, με στόχο τη δημοσίευση σύγχρονων θεατρικών δημιουργιών. Μετά τον πρόωρο χαμό του από Aids σε ηλικία 38 χρονών το 1995, τα άπαντα του (εικοσιπέντε θεατρικά έργα, τρεις αφηγήσεις, ένα λιμπρέτο όπερας…) γνωρίζουν ολοένα και μεγαλύτερη επιτυχία σε κοινό και κριτικούς και μεταφράζονται σε εικοσιπέντε γλώσσες.

You may also like...