Αφιέρωμα «Μπετόβεν: 250 χρόνια» από την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών

Ρηξικέλευθος, ανατρεπτικός, επαναστατικός, ηρωικός… Το 2020 συμπληρώνονται 250 χρόνια από τη γέννηση ενός από τους πιο επιδραστικούς συνθέτες όλων των εποχών, του Λούντβιχ Βαν Μπετόβεν. Η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών τιμά την επέτειο, ερμηνεύοντας εμβληματικές δημιουργίες του, ενώ εντός του 2020 θα έχουν εκτελεστεί όλες οι συμφωνίες και τα κοντσέρτα του. Η βραδιά ανοίγει με την εισαγωγή από τον  μεταφυσικών αποχρώσεων  Ελεύθερο Σκοπευτή του Καρλ Μαρία Φον Βέμπερ. Συνεχίζεται, με το γεμάτο εσωτερική δύναμη Δεύτερο Κοντσέρτο για πιάνο και ορχήστρα του Μπετόβεν, που αναδεικνύει τον σολίστα Χαράλαμπο Αγγελόπουλο σε αδιαμφισβήτητο πρωταγωνιστή. Το πρόγραμμα ολοκληρώνεται με τη γεμάτη συναισθηματικές εναλλαγές Έκτη Συμφωνία του Τσαϊκόφσκυ, γνωστή και ως Παθητική. Στο πόντιουμ, επιστρέφει, ο διεθνώς καταξιωμένος Μισέλ Τιλκέν.

Το σχόλιο του σολίστ:
«Ο Μπετόβεν είναι από τους αγαπημένους μου συνθέτες, ίσως μάλιστα ο πιο αγαπημένος. Κάθε του δημιουργία, σονάτα, κοντσέρτο, έργο μουσικής δωματίου, ανεξαρτήτως περιόδου σύνθεσης είναι τόσο πλήρης. Η δε εξέλιξη που αντιλαμβάνεται κανείς συνθετικά και η συμφωνική του γραφή είναι κάτι τόσο μοναδικό.»

Το σχόλιο του μαέστρου:
«Πρόκειται για ένα πρόγραμμα που αγγίζει τα βαθύτερα ανθρώπινα συναισθήματα. Ο Ελεύθερος Σκοπευτής του Βέμπερ εκφράζει τον φόβο και την αβεβαιότητα του κυνηγού Μαξ, ο οποίος περιβάλλεται από υπερφυσικές «σκοτεινές δυνάμεις». Το Δεύτερο Κοντσέρτο για πιάνο του Λούντβιχ βαν Μπετόβεν επιτρέπει στον ακροατή να διακρίνει τη μεγάλη εσωτερικότητα που το διέπει. Ενώ η Παθητική του Τσαϊκόφσκυ είναι ένα έργο αυτοβιογραφικό, που αναδεικνύει τον αντιφατικό ψυχισμό του συνθέτη, μέσα από τη σύγκρουση της ευτυχίας, της χαράς της ζωής από τη μία και της εξέγερσης, του θυμού και της δυσαρέσκειας από την άλλη.»

ΤΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΜΕ ΜΙΑ ΜΑΤΙΑ

ΚΑΡΛ ΜΑΡΙΑ ΦΟΝ ΒΕΜΠΕΡ (1786- 1826)

Ο ελεύθερος σκοπευτής, εισαγωγή

ΛΟΥΝΤΒΙΧ ΒΑΝ ΜΠΕΤΟΒΕΝ (1770- 1827)

Κοντσέρτο για πιάνο και ορχήστρα αρ.2 σε σι ύφεση μείζονα, έργο 19

ΠΙΟΤΡ ΙΛΙΤΣ ΤΣΑΪΚΟΦΣΚΥ (1840- 1893)

Συμφωνία αρ. 6 σε σι ελάσσονα, έργο 74 «Παθητική»

ΣΟΛΙΣΤ

Χαράλαμπος Αγγελόπουλος, πιάνο

ΜΟΥΣΙΚΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ

Μισέλ Τιλκέν

19:45: Εισαγωγική ομιλία του Νίκου Λαάρη για τους κατόχους εισιτηρίων

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΕΙΣΙΤΗΡΙΩΝ

Τιμές εισιτηρίων: 25€, 20€, 15€ και 8€ (εκπτωτικό)
Προπώληση από 24 Ιουλίου 2019

Η συναυλία εντάσσεται σε κύκλο συναυλιών για τον οποίο υφίστανται προνομιακές τιμές εισιτηρίων. Περισσότερες πληροφορίες παρέχονται στη σελίδα των εισιτηρίων και στα ταμεία του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών (210/7282333).

ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ…

ΚΑΡΛ ΜΑΡΙΑ ΦΟΝ ΒΕΜΠΕΡ (1786 – 1826)
Εισαγωγή από την όπερα «Ο ελεύθερος σκοπευτής»

Σήμερα μιλάμε συχνά για την «εποχή του Μπετόβεν», όταν αναφερόμαστε στη μουσική ζωή και δημιουργία κατά τις τρεις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα. Ωστόσο, η περίοδος αυτή ήταν στην πράξη η «εποχή του Ροσίνι», μιας και ο Ιταλός συνθέτης όπερας ήταν τότε ο αδιαμφισβήτητος «αστέρας» στον χώρο της ευρωπαϊκής μουσικής. Διόλου τυχαία ή άσχετα με αυτή τη διαπίστωση, η ιταλική όπερα ήταν κυρίαρχη στην Ευρώπη, με μόνο πραγματικό ανταγωνιστή τη γαλλική. Η γένεση της γερμανικής, ρομαντικής όπερας, ως ενός «αντιπάλου δέους», συμπίπτει με τη σύνθεση του Ελεύθερου σκοπευτή κατά την περίοδο 1817-1821. Η πρεμιέρα της όπερας στις 18 Ιουνίου 1821 στο Βερολίνο αποτέλεσε έναν θρίαμβο, ενώ με ταχύτατους ρυθμούς το έργο παρουσιάστηκε και αγαπήθηκε στην υπόλοιπη Ευρώπη αλλά ακόμα και πέραν αυτής. Μεγάλοι μεταγενέστεροι συνθέτες αναγνώρισαν τη μουσική της αξία, ενώ αποτέλεσε ένα σαφές πρότυπο (ιδίως ως προς τη θεματολογία της) για τα μουσικά δράματα του Ρίχαρντ Βάγκνερ.

Ο Βέμπερ άντλησε την υπόθεση της όπερας από έναν γερμανικό θρύλο, όπως αυτός αποτυπώθηκε στο Βιβλίο των φαντασμάτων, μία συλλογή παραδοσιακών γερμανικών μύθων που ανθολόγησαν οι Γιόχαν Άουγκουστ Άπελ και Φρήντριχ Λάουν (1811-1815). Πρωταγωνιστής της ιστορίας (που έχει σαφείς ομοιότητες με τον μύθο του Φάουστ) είναι ο νεαρός Μαξ, που καλείται να κερδίσει έναν διαγωνισμό σκοποβολής προκειμένου να έχει το δικαίωμα να παντρευτεί την αγαπημένη του, Αγάθη. Απογοητευμένος από μία σκοπευτική αποτυχία του πριν τον διαγωνισμό, ο Μαξ κάνει συμφωνία με τον δόλιο Κάσπαρ, για να αποκτήσει επτά μαγικές σφαίρες που βρίσκουν πάντα τον επιθυμητό στόχο. Μόνο που η έβδομη δεν υπακούει στον σκοπευτή αλλά στον διάβολο, με τον οποίο ο Κάσπαρ έχει κάνει συμφωνία. Παρόλο που η τελευταία αυτή σφαίρα προορίζεται από το πνεύμα του Κακού για την Αγάθη, το Καλό υπερισχύει, η σφαίρα εξοστρακίζεται, οι αγαθές προθέσεις του εύπιστου Μαξ αναγνωρίζονται και η ιστορία έχει χαρμόσυνο τέλος.

Η ορχηστρική Εισαγωγή της όπερας ξεκινά με μία δραματική και υποβλητική μουσική χειρονομία σε ταυτοφωνία, ακολουθούμενη από μία αισθαντική μελωδία των κόρνων, που αποτυπώνει τη γαλήνη και φυσική ομορφιά του γερμανικού δάσους. Μία ερεβώδης ενότητα, απόλυτα συναφής με τις «σκοτεινές», υπερφυσικές δυνάμεις που δρουν στην όπερα, δίνει τη θέση της στην κυρίως γρήγορη ενότητα της εισαγωγής. Το πρώτο θέμα της, αγωνιώδες και απεγνωσμένο, προέρχεται από την άρια του Μαξ στην Α’ Πράξη της όπερας, όπου εκφράζει την απελπισία του αλλά και τον φόβο για τις δυνάμεις του κακού που νιώθει να τον περιτριγυρίζουν. Εντελώς διαφορετικό, το δεύτερο θέμα παρουσιάζεται από το κλαρινέτο και αποτελεί απεικόνιση της αθώας Αγάθης. Ένα ορμητικό θέμα στη συνέχεια προοιωνίζει το αίσιο τέλος της ιστορίας. Αυτό ακριβώς θα επιστρέψει προς το τέλος της εισαγωγής για να προσδώσει το αναμενόμενα θριαμβικό τέλος.

ΛΟΥΝΤΒΙΧ ΒΑΝ ΜΠΕΤΟΒΕΝ (1770 – 1827)
Κοντσέρτο για πιάνο και ορχήστρα αρ.2 σε σι ύφεση μείζονα, έργο 19

  1. Allegro con brio
  2. Adagio
  3. Rondo: Molto allegro

Όπως συμβαίνει και με τα δύο κοντσέρτα για πιάνο του Σοπέν, έτσι και τα δύο πρώτα κοντσέρτα του Μπετόβεν γράφτηκαν αντίστροφα από την σειρά που παρουσιάζονται στον κατάλογο των έργων του. Το Δεύτερο Κοντσέρτο είναι προγενέστερο, αφού γράφτηκεn ουσιαστικά στις αρχές της δεκαετίας του 1790 (ως το 1795), ενώ το Πρώτο γράφτηκε λίγο μετά. Ωστόσο, η σειρά με την οποία είναι γνωστά μέχρι σήμερα οφείλεται στη σειρά έκδοσής τους: το Κοντσέρτο σε ντο μείζονα εκδόθηκε τον Μάρτιο του 1801, ενώ αυτό σε σι ύφεση τον Δεκέμβριο εκείνης της χρονιάς. Εικάζεται ότι η πρώτη εκτέλεση του Κοντσέρτου σε σι ύφεση έγινε στις 29 Μαρτίου 1795 με τον συνθέτη στον ρόλο του σολίστα στο πλαίσιο μίας φιλανθρωπικής συναυλίας στο Burgtheater της Βιέννης. Ωστόσο, το 1798, ο συνθέτης αντικατέστησε το αρχικό φινάλε του έργου με ένα νέο. (Πιθανότατα, το αρχικό φινάλε του Κοντσέρτου να ήταν το Ροντό σε σι ύφεση μείζονα, WoO 6.) Ακολούθησαν πάντως και περαιτέρω, αν και μικρότερης έκτασης, βελτιώσεις του έργου μέχρι και την έκδοσή του, το 1801.

Η ενορχήστρωση του Κοντσέρτου είναι αρκετά συντηρητική, κοντά στα πρότυπα του Χάυντν, αφού ο συνθέτης απέφυγε τη χρήση κλαρινέτων, τρομπετών ή τυμπάνων, που είχαν ήδη εμφανιστεί στα ώριμα κοντσέρτα του Μότσαρτ. Καθ’ όλη τη διάρκεια του έργου, το μέρος του πιάνου έχει την αδιαμφισβήτητη μουσική πρωτοκαθεδρία, αφού το Κοντσέρτο προοριζόταν σαφώς ως όχημα εδραίωσης της φήμης του δημιουργού του ως δεινού βιρτουόζου πιανίστα – μάλιστα με αυτή του την ιδιότητα κατά κύριο λόγο, ο νεαρός Μπετόβεν εξασφάλιζε τα προς το ζην. Μορφολογικά και υφολογικά, το Κοντσέρτο ακολουθεί το πρότυπο των ώριμων μοτσάρτειων κοντσέρτων, αν και δεν λείπουν (όπως δεν λείπουν σχεδόν ποτέ στα νεανικά έργα του Μπετόβεν) στοιχεία της προσωπικής του αισθητικής και μία διάθεση διακριτικών πειραματισμών και υπόγειων «ανατροπών».

Το πρώτο μέρος ανοίγει με ένα σύντομο, εξαγγελτικό μοτίβο με παρεστιγμένα, το οποίο ακολουθείται άμεσα από μία λυρική φράση· ως παράγωγο και εξέλιξη της φράσης αυτής ακολουθεί το αισθαντικό δεύτερο θέμα. Το υλικό αυτό παρουσιάζεται μία δεύτερη φορά και αναπτύσσεται με κυρίαρχο πρωταγωνιστή το πιάνο. Ο σολίστ, λίγο πριν το τέλος του πρώτου μέρους ξετυλίγει μία εντυπωσιακή καντέντσα (γραμμένη από τον ίδιο τον Μπετόβεν το 1809), που ξεκινά με ένα αριστοτεχνικό fugato για να εξελιχθεί δυναμικά και έντονα δεξιοτεχνικά. Στο Adagio η εισαγωγή της ορχήστρας δίνει έναν στοχαστικό τόνο. Ωστόσο, από την είσοδο του πιάνου και μετά, η ορχήστρα περιορίζεται στο να συνοδεύει διακριτικά ή να «σχολιάζει» τη λιτή μελωδική γραμμή του πιάνου, που είναι συγχρόνως εντυπωσιακά μεστή (νοηματικά και συναισθηματικά). Το φινάλε, ένα χαριτωμένο και ζωηρό ροντό, προσφέρει ένα ανάλαφρο τέλος με έντονο χορευτικό χαρακτήρα. Ανάμεσα στις επανεμφανίσεις του κυρίως θέματος (με απρόσμενους, παιγνιώδεις τονισμούς) παρεμβάλλονται επεισόδια, τα οποία ωστόσο δεν απομακρύνονται από την κυρίαρχη εύθυμη και εξωστρεφή ατμόσφαιρα.

ΠΙΟΤΡ ΙΛΙΤΣ ΤΣΑΪΚΟΦΣΚΥ (1840 – 1893)
Συμφωνία αρ. 6 σε σι ελάσσονα, έργο 74 «Παθητική»

  1. Adagio – Allegro non troppo
  2. Allegro con grazia
  3. Allegro molto vivace
  4. Finale: Adagio lamentoso

Στις 28 Οκτωβρίου 1893 ο Τσαϊκόφσκυ διηύθυνε την πρεμιέρα της Έκτης του Συμφωνίας στην Αγ. Πετρούπολη. Πέντε μέρες μετά διέπραξε ένα μοιραίο «λάθος» πίνοντας νερό χωρίς προηγουμένως να το βράσει (αυτονόητο μέσο πρόληψης από την επιδημία χολέρας που μάστιζε τότε την Αγ. Πετρούπολη) και στις 6 Νοεμβρίου άφησε την τελευταία του πνοή. Έκτοτε η Έκτη Συμφωνία, στο πένθιμο και ερεβώδες φινάλε της οποίας είναι εύκολο να δει κανείς έναν μουσικό προϊδεασμό ενός τραγικού τέλους, έμελλε να συνδεθεί άρρηκτα με τον θάνατο του συνθέτη, για τα πραγματικά αίτια του οποίου μέχρι σήμερα διατυπώνονται αντικρουόμενες απόψεις.

Η σύνθεση της Έκτης Συμφωνίας ξεκίνησε τον Φεβρουάριο του 1893, παρόλο που εκείνη την εποχή ο Τσαϊκόφσκυ δεν σκόπευε να καταπιαστεί με αμιγώς συμφωνική μουσική. Η εργασία προχώρησε με ενθουσιασμό και αυτοπεποίθηση, αν και προς το τέλος η ενορχήστρωση της συμφωνίας τον προβλημάτισε αρκετά. Στην πρεμιέρα η Έκτη έφερε το προσωνύμιο “Προγραμματική”. Όντως ο Τσαϊκόφσκυ είχε εκμυστηρευθεί σε οικεία του πρόσωπα πως στο μυαλό του είχε μία σαφή προγραμματική ιδέα, την οποία ωστόσο δεν σκόπευε σε καμία περίπτωση να αποκαλύψει στο ευρύ κοινό. Αλλά λίγο αργότερα, συζητώντας με τον αδελφό του, Μόντεστ, κατέληξε στο προσωνύμιο «παθητική».

Η αργή εισαγωγή του πρώτου μέρους δίνει ευθύς εξαρχής ένα σαφές στίγμα της επικρατούσας ατμόσφαιρας όλου του έργου. Ένα σκοτεινό σόλο του φαγκότου υπό τη συνοδεία των κοντραμπάσων οδηγεί στο κυρίως γρήγορο τμήμα του μέρους με το πρώτο θέμα να συνιστά επέκταση του αρχικού σόλο του φαγκότου. Το δεύτερο θέμα αποτελεί μία ακόμη λυρική έκφανση του αστείρευτου μελωδικού ταλέντου του Τσαϊκόφσκυ. Η σταδιακή κατάληξή του σε ένα ηχητικό επίπεδο στο όριο της ακοής καθιστά την αρχή της ανάπτυξης απότομα εκρηκτική και θυελλώδη. Ο Τσαϊκόφσκυ είχε μία ιδιαίτερη αγάπη στο χορό του βαλς κι έτσι το δεύτερο μέρος της Συμφωνίας είναι ένα ανάλαφρο, χαριτωμένο και ανεπαίσθητα μελαγχολικό βαλς, γραμμένο όμως περιέργως στον πρωτόγνωρο (και εντελώς ασυνήθιστο για την εποχή) ρυθμό 5/4. Το τρίτο μέρος είναι και το πλέον εξωστρεφές όλης της συμφωνίας. Ένα πομπώδες και στιβαρό εμβατηριακό θέμα αντιπαρατίθεται με ακατάπαυστα περάσματα τριήχων. Η διαρκώς κλιμακούμενη ένταση, που τονίζεται από ένα σημείο και μετά από καταιγιστικές κλίμακες, οδηγεί στις τελευταίες ολόλαμπρες εμφανίσεις του εμβατηρίου. Η μέγιστη αναμφίβολα καινοτομία της Παθητικής Συμφωνίας είναι η επιλογή του συνθέτη να δώσει στο αργό μέρος τη θέση του φινάλε, κάτι που μέχρι τότε δεν είχε συμβεί σε μείζον συμφωνικό έργο, με εξαίρεση τη Συμφωνία αρ. 45 «του αποχαιρετισμού» του Χάυντν. Η μουσική προϊόντος του χρόνου γίνεται όλο και πιο σκοτεινή, σχεδόν απειλητική. Συσσωρεύεται ολοένα και μεγαλύτερη εσωτερική ένταση, που καθώς ξεσπά, οδηγεί σε ένα σημείο χωρίς επιστροφή, σηματοδοτούμενο απλά από μία απαλή κρούση του ταμ-ταμ.

You may also like...